Το κόλπο των ξεναγών στην Ελλάδα, λάδωναν τους κατοίκους για να μη βοηθάνε τους ταξιδιώτες
Ένας από τους πιο έξυπνους τρόπους "μάρκετινγκ" του 19ου αιώνα: οι ξεναγοί στην Ελλάδα πλήρωναν τους κατοίκους για να αποθαρρύνουν τους ταξιδιώτες.
Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, το να διασχίσει κανείς τη χώρα χωρίς οδηγό ήταν σχεδόν αδύνατο. Όχι επειδή δεν υπήρχαν μονοπάτια ή επειδή οι αποστάσεις ήταν τεράστιες. Αλλά γιατί υπήρχε ένα οργανωμένο σύστημα παραπληροφόρησης που είχε στηθεί από τους ίδιους τους ξεναγούς. Οι επαγγελματίες συνοδοί, γνωστοί ως “guides” ή “dragomans”, δεν αρκούνταν στην απλή πληρωμή για τις υπηρεσίες τους. Είχαν βρει έναν τρόπο να εξασφαλίζουν πελάτες με κάθε μέσο. Και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ήταν να ελέγχουν το τι πληροφορίες έφταναν στους ταξιδιώτες.
Ο ξεναγός λοιπόν, πριν ακόμα αναλάβει κάποιον, πήγαινε πρώτος στα χωριά και έδινε χρήματα ή μικρές χάρες στους κατοίκους. Αυτοί, όταν έβλεπαν κάποιον ξένο χωρίς οδηγό, του έλεγαν πως ο δρόμος είναι επικίνδυνος, γεμάτος ληστές, άβατος από τη βροχή ή ανύπαρκτος. Άλλοι υποστήριζαν πως κανείς δεν έχει φτάσει ποτέ από εκείνο το μονοπάτι. Άλλοι μιλούσαν για λύκους ή για χάρακες που έπεφταν από τα βουνά. Ήταν ένα ψυχολογικό εμπόδιο που σε ανάγκαζε να προσλάβεις οδηγό αν ήθελες να φτάσεις στον προορισμό σου.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι αυτή η “υπηρεσία φόβου” ήταν τόσο διαδεδομένη, που καταγράφεται σε εγχειρίδια ταξιδιού της εποχής. Ξενογράφοι και περιηγητές από την Αγγλία και τη Γαλλία αναφέρουν πως έπρεπε πρώτα να πάνε στην Αθήνα, να βρουν τον δικό τους dragoman και μετά να ξεκινήσουν. Διαφορετικά, κινδύνευαν να μην φτάσουν ποτέ εκεί που ήθελαν —όχι από κίνδυνο, αλλά από αποθάρρυνση.
Η πιο χαρακτηριστική μαρτυρία περιγράφει τον dragoman να δίνει χρήματα στους κατοίκους ενός χωριού λίγες ημέρες πριν εμφανιστεί εκεί με τον πελάτη του. Οι κάτοικοι είχαν ήδη πάρει τις «οδηγίες»: όταν ο πελάτης τους ρωτούσε, να απαντούν ότι χωρίς οδηγό δεν πας πουθενά. Ότι είναι αδύνατο. Ότι είναι τρέλα. Το σύστημα λειτουργούσε άψογα. Ο φόβος δούλευε καλύτερα από τον χάρτη.