Το σώμα της έμεινε άθικτο για 1.000 χρόνια. Ποια είναι η ξανθιά μοναχή της Καππαδοκίας;
Η νεαρή μοναχή που βρέθηκε σε σπηλιά της Καππαδοκίας και διατηρήθηκε άθικτη επί χιλιετία προκαλεί δέος.
Στην καρδιά της Καππαδοκίας, εκεί που οι βράχοι σχηματίζουν εκκλησίες και το φως της αυγής πέφτει σιωπηλά στα ερείπια ενός ξεχασμένου κόσμου, μια ανακάλυψη σκόρπισε δέος σε επιστήμονες και επισκέπτες. Σε ένα από τα πιο μυστήρια σπήλαια της κοιλάδας Ιχλάρα, σε μια εκκλησία που ονομάζεται Yılanlı Kilise – «η εκκλησία του φιδιού» – βρέθηκε το άψογα διατηρημένο σώμα μιας νεαρής γυναίκας. Είχε περάσει μια χιλιετία από τον θάνατό της. Και όμως, έμοιαζε σαν να είχε κοιμηθεί μόλις χθες.
Το σώμα της μοναχής δεν ανήκε σε κάποια βασίλισσα ή αγία. Δεν υπήρχαν επιγραφές, δεν υπήρχε όνομα. Υπήρχε μόνο η μορφή της – με μαλλιά ξανθά, δέρμα ακόμη διακριτό, και ένα βλέμμα σβηστό από αιώνες, μα τρομακτικά παρόν. Το μουμιοποιημένο σώμα της – σε στάση ύπνου – ανακαλύφθηκε το 1965 από εργάτες που δούλευαν για λογαριασμό της τουρκικής αρχαιολογικής υπηρεσίας. Τοποθετήθηκε στο μουσείο της Νίγδης, και από τότε στέκεται εκεί σαν μια χρονοκάψουλα πίστης, μυστικισμού και αρχαιολογικού θαύματος.
Η μοναχή αυτή, σύμφωνα με τις πρώτες ανθρωπολογικές μελέτες, ήταν μόλις 22 ετών. Το σώμα της είχε μουμιοποιηθεί με φυσικό τρόπο, καθώς η Καππαδοκία, με τις ξερολιθικές της σπηλιές και τις υποχθόνιες θερμοκρασίες, λειτουργεί σαν ένα τεράστιο ψυγείο. Δεν υπήρχε βαλσάμωμα. Μόνο ο αέρας και η απομόνωση. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο το σώμα διατηρήθηκε τόσο καλά – με τα μαλλιά, το πρόσωπο, ακόμα και κάποια στοιχεία ρουχισμού – παραμένει ανεξήγητος.
Στη βυζαντινή Καππαδοκία, οι σκήτες και οι σπηλαιώδεις μονές ήταν καταφύγια μοναχών που ζούσαν σε πλήρη απομόνωση. Ορισμένοι απ’ αυτούς, κυρίως γυναίκες, επέλεγαν την «έγκλειστη» ζωή: να κλειστούν σε έναν χώρο για πάντα, ως πράξη απόλυτης αφιέρωσης στον Θεό. Πολλοί υποψιάζονται πως η ξανθιά μοναχή ήταν μία απ’ αυτές. Ότι πέθανε μόνη της, προσευχόμενη, σ’ έναν τάφο που έσκαψε η ίδια με τη σιωπή της.
Δεν γνωρίζουμε το όνομά της. Δεν ξέρουμε τι προσευχόταν, γιατί απομονώθηκε ή ποια ήταν η μοίρα της κοινότητάς της. Ξέρουμε όμως τι άφησε πίσω: το σώμα της σαν οπτασία, μια φιγούρα αλλόκοσμα άθικτη από τον χρόνο, σαν να φρουρεί ακόμα τα ερείπια μιας πίστης που δεν ξεθώριασε ποτέ στην Καππαδοκία.
Η ξανθιά μοναχή δεν είναι μόνο μια αρχαιολογική ανακάλυψη. Είναι ένα ερώτημα. Ένα βλέμμα από το Βυζάντιο που πέρασε μέσα από 1.000 χρόνια για να συναντήσει το δικό μας.