Τον πέρασε για ζητιάνο και του έδωσε ψιλά. Εκείνος ήταν ο πιο διάσημος συγγραφέας της Ρωσίας.
Δεν ήθελε τιμές ούτε τίτλους. Μια φορά έκανε τον θεληματάρη και ένιωσε πραγματικά χρήσιμος.
Στα γεράματά του, ο Λέων Τολστόι είχε αποκηρύξει τα παλάτια, τους τίτλους και την κληρονομιά της αριστοκρατικής του καταγωγής. Έμοιαζε περισσότερο με γέρο αγρότη ή περιπλανώμενο προσκυνητή, παρά με τον άνθρωπο που έγραψε την Άννα Καρένινα και τον Πόλεμο και Ειρήνη. Και αυτό ακριβώς ήταν που του έδινε χαρά: να τον ξεχνούν. Να μην είναι ο Τολστόι. Να είναι απλώς ένας άνθρωπος ανάμεσα σε άλλους.
Κάποια στιγμή, καθώς ταξίδευε με τρένο, βρέθηκε σε έναν σταθμό. Εκεί, μια κυρία της υψηλής τάξης —καλοντυμένη, αγχωμένη και ανυπόμονη— πρόσεξε τον ηλικιωμένο άντρα με τα απλά ρούχα. Δεν τον αναγνώρισε. Είδε μόνο έναν γέρο. Κι όπως ο άντρας της είχε αργήσει να γυρίσει από το μπουφέ του σταθμού, του είπε σχεδόν επιτακτικά: «Γεροντάκο, πήγαινε να μου φέρεις τον σύζυγό μου. Σου δίνω και μια πεντάρα για τον κόπο.»
Ο Τολστόι πήρε το κέρμα, χαμογέλασε και πήγε. Έφερε τον σύζυγο, ευγενικά. Όλα έγιναν με απλότητα. Αλλά καθώς η σκηνή εξελισσόταν, κάποιοι επιβάτες άρχισαν να ψιθυρίζουν το όνομά του. Η γυναίκα κατάλαβε ποιον είχε μπροστά της. Κοκκίνισε. Ζήτησε με τρόμο πίσω το κέρμα. Δεν άντεχε την ντροπή της.
Ο Τολστόι όμως το κράτησε. Και της είπε, γελώντας, ότι αυτό ήταν το μόνο χρήμα που είχε βγάλει στη ζωή του με τίμια δουλειά.
Για έναν συγγραφέα που πλούτισε από τα βιβλία του αλλά αισθανόταν τύψεις για την κοινωνική ανισότητα, αυτή η πεντάρα ήταν σύμβολο. Για έναν άνθρωπο που διάλεξε να δώσει τα πλούτη του στους φτωχούς και να ζει σαν μοναχός, αυτή η στιγμή ήταν μια μικρή δικαίωση. Δεν τον πείραξε η προσβολή — τον ευχαρίστησε.
Αντί για δόξα, προτίμησε την απλότητα. Αντί για παρασημοφόρηση, μια αποστολή. Και αντί για αναγνώριση, λίγα λεπτά ανωνυμίας που θα θυμόταν πάντα. Ένας πρίγκιπας που ζήτησε να ζήσει σαν υπηρέτης. Και το έκανε, μέχρι το τέλος.