Ζούσαν απομονωμένοι για 50.000 χρόνια. Δεν είδαν ποτέ τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά καταλάβαιναν τον ουρανό, τη γη και το νόημα της ύπαρξης
Έζησαν 50.000 χρόνια στην άκρη του κόσμου χωρίς επαφή με κανέναν. Δεν χρειάστηκαν ούτε γραφή, ούτε πόλεις.
Στην άκρη του πλανήτη, σε μια ήπειρο που κανείς άλλος δεν είχε καταπατήσει, ένας λαός ζούσε με τρόπο που δεν χωρά στην αντίληψη της σύγχρονης ιστορίας. Δεν είχαν ούτε γραφή, ούτε χρήμα, ούτε τοξότες, ούτε ανακτορικά συστήματα. Είχαν όμως κάτι άλλο: μια σχέση με τη φύση, τόσο βαθιά και αρμονική, που δύσκολα αποδίδεται με λέξεις.
Οι Αβορίγινες της Αυστραλίας είναι ο αρχαιότερος γνωστός πολιτισμός στη Γη, με παρουσία που φτάνει τουλάχιστον τα 50.000 χρόνια. Δεν έφτασαν εκεί με καραβάνια ή αυτοκρατορίες. Έφτασαν με σχεδίες, από τη νοτιοανατολική Ασία, πολύ πριν υπάρξει λέξη για «ωκεανός». Και όταν απομονώθηκαν γεωγραφικά, απομονώθηκαν και πολιτισμικά. Κανείς δεν ήρθε. Κανείς δεν έφυγε. Και όμως, εξελίχθηκαν.
Δημιούργησαν ένα ολόκληρο σύμπαν από τραγούδια. Το κάθε μονοπάτι στη γη συνοδευόταν από μια “songline”, μια μελωδία-χάρτη που δεν καταγράφεται, αλλά κληρονομείται από γενιά σε γενιά. Τραγουδώντας την, γνώριζες το έδαφος, τα νερά, τις σπηλιές, τα ζώα, τον ουρανό. Το τραγούδι οδηγούσε. Σου έλεγε πότε πρέπει να σεβαστείς, πού να σταθείς, ποιο μέρος είναι ιερό.
Δεν είχαν ναούς. Είχαν πέτρες. Δεν είχαν ιερείς. Είχαν πρεσβύτερους. Δεν είχαν γραφές. Είχαν ιστορίες, ζωντανές, δραματοποιημένες, ζωγραφισμένες στα βράχια, χορευμένες γύρω από τις φωτιές. Μια κοσμολογία που ενώνει το φυσικό με το υπερφυσικό, τον άνθρωπο με τον αέρα, τον ουρανό και το χώμα.
Το λεγόμενο “Dreamtime” – ο Ιερός Χρόνος – δεν είναι παρελθόν. Είναι η αιώνια ροή, μέσα από την οποία ήρθαν στον κόσμο τα πλάσματα, τα βουνά, οι ποταμοί, οι άνθρωποι. Μέσα απ’ αυτό το όνειρο, ερμηνεύουν τα πάντα: τον θάνατο, τον πόνο, τη γέννηση, τη ζωή. Δεν είναι μύθοι. Είναι γεγονότα, που επαναλαμβάνονται συμβολικά και τελετουργικά.
Μπορεί να μην ήξεραν πώς ήταν η Ρώμη, η Αίγυπτος ή η Βαβυλώνα. Ήξεραν όμως πότε αλλάζει ο άνεμος, πότε περνάει το φως ανάμεσα από τα βράχια, πώς να διαβάσουν τον ουρανό σαν βιβλίο και να ακούσουν τη γη σαν προσευχή. Ήταν αστρονόμοι χωρίς τηλεσκόπια, φιλόσοφοι χωρίς χαρτί, θεματοφύλακες μιας αλήθειας που δεν λέγεται – μόνο βιώνεται.
Οι επιστήμονες σήμερα αναγνωρίζουν πως η γενετική τους πορεία είναι η πιο σταθερή και συνεχής απ’ όλους τους ανθρώπους εκτός Αφρικής. Κουβαλούν κομμάτια DNA από αρχαίους Ντενίσοβανς, από εποχές που δεν υπάρχουν σε καμία ανθρώπινη ανάμνηση. Είναι, με κάθε έννοια, η παλαιότερη ζωντανή ιστορία της ανθρωπότητας.
Κι όμως, αυτή η ιστορία κινδυνεύει. Οι γλώσσες τους χάνονται. Οι songlines σιωπούν. Και η σοφία τους, τόσο παλιά όσο ο ίδιος ο κόσμος, περνάει σιγά σιγά στη λήθη ενός πλανήτη που νομίζει ότι ξέρει τα πάντα, αλλά έχει ξεχάσει να ακούει.