Οι Έλληνες κατάσκοποι που έπαιρναν εντολές μέσα από χαρτονομίσματα
Ήταν ένα κατοστάρικο. Ήταν και μια εντολή επίθεσης. Οι Έλληνες της Αντίστασης μετέφεραν τα μηνύματά τους μέσα στα πιο απίθανα χαρτονομίσματα.
Τον έλεγες ζητιάνο. Τον περνούσες στον δρόμο και δεν του έδινες σημασία. Είχε μαγκούρα, παλιά παπούτσια και τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στην τσέπη. Μόνο που αυτά τα χαρτονομίσματα δεν ήταν για ψωμί. Ήταν διαταγές. Ήταν στόχοι, ονόματα, ώρες και τοποθεσίες. Γραμμένα με μικρογράμματα, κρυμμένα μέσα στο χαρτί, κολλημένα στο στρίφωμα, ραμμένα με τρίχες ή βελόνες. Ήταν οι εντολές της Αντίστασης. Και αυτός ο «ζητιάνος» ήταν κατάσκοπος.
Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τίποτα δεν κυκλοφορούσε πιο αθόρυβα από το χρήμα. Και τίποτα δεν τολμούσε να πετάξει κανείς. Ένα κατοστάρικο άλλαζε χέρια πέντε φορές τη μέρα. Κι έτσι, οι άνθρωποι της Αντίστασης βρήκαν εκείνο που τους έλειπε: ένα όχημα που περνούσε παντού χωρίς να κινεί υποψίες.
Οι πρώτες αναφορές έρχονται από την Αθήνα του ’41. Στην Πλάκα, στην Πατησίων, σε χαρτονομίσματα με τσακισμένες γωνίες και ξεβαμμένες υπογραφές, οι Αντάρτες έκρυβαν οδηγίες για σαμποτάζ, δρομολόγια φορτηγών, ακόμα και κωδικούς ασφαλείας. Ένα συγκεκριμένο χαρτονόμισμα των 100 δραχμών με σημάδι στο «Ρ» της λέξης «ΤΡΑΠΕΖΑ» σήμαινε: «Άλλαξε σημείο. Σε παρακολουθούν.»
Πολλοί πράκτορες του ΕΔΕΣ και της ΕΚΚΑ κυκλοφορούσαν με «μικρές περιουσίες» επάνω τους — χαρτονομίσματα που δεν άξιζαν τίποτα για το μαυραγορίτη, αλλά έκρυβαν μέσα τους ολόκληρα σήματα αναγνώρισης από το Κάιρο. Άλλοι ράβανε στα εσώρουχά τους διπλωμένα κατοστάρικα με γραμμένες συντεταγμένες ή ψευδώνυμα. Αν έπεφτες σε μπλόκο, κανείς δεν θα υποψιαζόταν ένα παλιό, ταλαιπωρημένο χαρτονόμισμα.
Η βρετανική SOE που συνεργάστηκε στενά με Έλληνες πράκτορες εισήγαγε την τεχνική αυτή επίσημα στα χειρόγραφα εκπαίδευσης. Και γρήγορα η πρακτική αυτή επεκτάθηκε: γραμμένο με ξίδι, κολλημένο με κερί, ή χαραγμένο με καρφίτσα. Στην Καρδίτσα, στη Λάρισα, στη Μυτιλήνη, τα χαρτονομίσματα δεν ήταν πια μόνο χρήμα. Ήταν πολεμικό υλικό.
Οι Γερμανοί το υποψιάστηκαν αργά. Όταν έπιασαν έναν αγγελιαφόρο στην Πελοπόννησο με 17 κατοστάρικα στην τσέπη και κανένα να μην είναι ίδιο, το κατάλαβαν. Ήταν ήδη αργά. Το μήνυμα είχε περάσει. Η αποστολή είχε εκτελεστεί. Κι εκείνος που την είχε οργανώσει δεν έβγαλε λέξη. Έκανε μόνο νόημα προς το κατοστάρικο που του έπεσε απ’ την παλάμη. Ήταν ακόμα τσαλακωμένο. Αλλά μέσα του είχε προλάβει να γράψει Ιστορία.