Σε μια εποχή που βασιλεύει ο ενδοτισμός στα εθνικά θέματα, το ασυμβίβαστο πνεύμα που δίδαξε η κυρά της Ρω, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Σε μια εποχή που βασιλεύει ο ενδοτισμός στα εθνικά θέματα, το ασυμβίβαστο πνεύμα που δίδαξε η κυρά της Ρω, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Τέσσερεις ολόκληρες δεκαετίες κύλησαν στο αυλάκι της ελληνικής ιστορίας από τότε που μια γυναίκα – σύμβολο, η κυρά της Ρω, έφυγε από την επίγεια πατρίδα της που τόσο λάτρεψε, για να ταξιδέψει στην ουράνια.

Ήταν 13 Μαΐου του 1982.

Ο χρόνος μπορεί να είναι αμείλικτος, άλλα η φθορά του δεν αγγίζει τους γενναίους, δεν σκεπάζει τους ήρωες, δεν ξεθωριάζει τα αιώνια ιδανικά. Η κυρά της Ρω, κατά κόσμον Δέσποινα Αχλαδιώτη, για 40 χρόνια ύψωνε περήφανα την γαλανόλευκη στο νησάκι Ρω (ονομάζεται και Άγιος Γεώργιος) 12 μόλις μίλια από τις Τουρκικές ακτές και 4 μίλια δυτικά από το Καστελόριζο.

Μια γυναίκα μόνη της σε ένα ερημονήσι, μια ανάσα από τον κόκκινο γίγαντα, δεν δίστασε να αφιερώσει τη ζωή της στη διακονία της Ελλάδας, να γίνει ένας φάρος πατριωτισμού μέσα στην απεραντοσύνη της Μεσογείου. Δεν λογάριασε απειλές, αντιξοότητες, κακουχίες. Δεν υπολόγισε ούτε καν την αχαριστία του ελληνικού κράτους.

Σε ολόκληρη τη ζωή της ένοιωθε πύρινο το χρέος προς την πατρίδα να της φλογίζει τη καρδιά. Όσο ταπεινή – τόσο και περήφανη, το ρυτιδιασμένο της πρόσωπο και το καθάριο βλέμμα, φανέρωναν ένα ταλαιπωρημένο σώμα με μια νεανική ψυχή που έκλεινε μέσα της, την δροσιά της αδούλωτης Ελλάδας.

Η κυρά της Ρω γεννήθηκε το 1890 και εγκαταστάθηκε στη βραχονησίδα με τον άντρα της Κώστα, το 1927. Άγονος ξερότοπος, με ελάχιστους κατοίκους τότε, που εγκατέλειψαν το νησί στη συνέχεια. Η παρουσία της γενναίας Δέσποινας στο ακριτικό νησί ενοχλούσε τους Τούρκους, οι οποίοι ύψωσαν την τουρκική σημαία στη Ρω το 1929. Η Δέσποινα έραψε μια γαλανόλευκη και μαζί με τον άντρα της, κατέβασαν τη σημαία των παρείσακτων και ύψωσαν την Ελληνική.

Ο σύζυγος της αρρώστησε και πέθανε το 1940, μη προλαβαίνοντας να μεταφερθεί στο Καστελόριζο. Το 1943 εγκαταστάθηκε στη Ρω και η τυφλή μητέρα της Δέσποινας. Όμως η έπαρση της σημαίας έγινε αναπόσπαστο ιερό καθήκον, παρά τα βάσανα και τα χτυπήματα της ζωής.

Στον Β’ Παγκόσμιο οι συμμαχικές δυνάμεις έκαναν έδρα τους τη Ρω και βοηθούσαν τη Δέσποινα με τρόφιμα και εφόδια. Σαν ζωντανό σύμβολο της Ελλάδας και του ελεύθερου πνεύματος, η κυρά της Ρω ανέμιζε την ελληνική σημαία στα περαστικά πλοία των συμμάχων, ενώ ακόμα και όταν βομβαρδίστηκε το Καστελόριζο από τους Γερμανούς, το νησί εκκενώθηκε, άλλα η κυρά της Ρω δεν εγκατέλειψε το πόστο της.

Όποτε τύχαινε να λείπει, οι Τούρκοι έβρισκαν ευκαιρία για να υψώσουν την τουρκική σημαία και να δημιουργήσουν τετελεσμένα. Το 1974 ένας Τούρκος δημοσιογράφος ύψωσε την ημισέληνο στη Ρω, όμως η κυρά επέστρεψε και την κατέβασε.

To φωτεινό παράδειγμα της κυράς της Ρω, οδηγός για την εποχή μας

Σε αυτή την ταπεινή εσχατιά της χώρας, η κυρά της Ρω έζησε σαν ερημίτισσα που αφιερώθηκε στον έρωτα για την Ελλάδα, σαν ποιητική ύπαρξη που υμνολογούσε το Έθνος – όχι με στίχους – άλλα με το παράδειγμά της, με τη βιωματική τέχνη του ίδιου του τρόπου ζωής της.

Από εκείνη την άγονη γη, κατάφερε να καλλιεργήσει γόνιμες αξίες και καρπερά ιδανικά που έθρεψαν το μεγάλο όραμα της ελεύθερης πατρίδας. Πιστή στο ευλογημένο πόστο της, δίδαξε τι θα πει αυταπάρνηση και ιερή «τρέλα», ίδια και απαράλλακτη με εκείνη που μεθούσε τους Έλληνες με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.

Η κυρά της Ρω με τη συναρπαστική ζωή της πέτυχε έναν πραγματικό άθλο. Ένα ερημικό νησί στην άκρη της επικράτειας έγινε επίκεντρο της Ρωμιοσύνης, ομφαλός της ελεύθερης και περήφανης Ελλάδας, «πρωτεύουσα» του υγιούς πατριωτισμού. Το όνομα της έγινε σύμβολο ηρωισμού. Και μόνο στο άκουσμα του, νοιώθει κανείς την αύρα της ασκλάβωτης ελληνικής θάλασσας. Η αυτοθυσία της για την πατρίδα δίδαξε τέτοια εξωτερική «πολιτική», όση δεν μπορούν να διδάξουν χίλιοι οσφυοκάμπτες διπλωμάτες του σήμερα, σε όλη τους τη ζωή.

Στις μέρες μας, σε μια εποχή που βασιλεύει ο ενδοτισμός και οι… «διερευνητικές επαφές» της υποχωρητικότητας, το ανυπότακτο πνεύμα που εμφύσησε στις μεταγενέστερες γενιές η κυρά της Ρω, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Το παράδειγμα της, μας καλεί να παραμείνουμε ασυμβίβαστοι μπροστά στα ύπουλα μηχανεύματα που λειτουργούν εντός και εκτός συνόρων. Μας καλεί να παραμείνουμε αφοσιωμένοι στη «σκοπιά» μας, όπως έμεινε εκείνη μέχρι να κλείσει τα κουρασμένα μάτια της.

Η ίδια είχε πει: «Με την Ελληνική σημαία υψωμένη και την αγάπη για την Ελλάδα βαθιά ριζωμένη μέσα μου, πέρασα όλες τις κακουχίες. Βέβαια η ζωή στη Ρω δεν είναι και τόσο ευχάριστη, άλλα νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα, χαμένος όπως είσαι στο πέλαγος, λίγες εκατοντάδες μέτρα από τις Τουρκικές ακτές. Την Ελληνική Σημαία θέλω να μου τη βάλουν μαζί μου στον τάφο».

Μεγάλη αλήθεια. Νιώθεις πιο πολύ την Ελλάδα όταν βρίσκεσαι στην εσχατιά της, ή στην ξενιτιά. Δεν σε υπνωτίζει η επίπλαστη ασφάλεια της πολύβουης πόλης. Δεν νιώθεις την ψευδαίσθηση πως το χώμα που πατάς είναι δεδομένο. Και πριν ανεμίσεις τη γαλανόλευκη κόντρα σε «θεούς» και δαίμονες, πάει να πει πως την έχεις υψώσει πρώτα απ’ όλα μέσα στην καρδιά σου.

Αιωνία η μνήμη.

Η γνώμη σας μετρά. Σχολιάστε το άρθρο