ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΥΡΛΑΚΗΣ

Ελλάδα και Ευρωμπάσκετ, δύο έννοιες γεμάτες συναίσθημα

Πείτε την αλήθεια: Όταν ακούτε τη λέξη «Ευρωμπάσκετ» το μυαλό σας δεν ταξιδεύει σε κάτι όμορφο αναλόγως της γενιάς στην οποία ανήκετε;
Ελλάδα και Ευρωμπάσκετ, δύο έννοιες γεμάτες συναίσθημα

Το Ευρωμπάσκετ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία το αγαπήσαμε το 1987 και οι νεότεροι έκαναν το ίδιο το 2005 αλλά αμφότεροι γεμίσαμε τις αναμνήσεις μας.

Πριν την έναρξη του Ευρωμπάσκετ του ’87 εκείνα που ξέραμε ήταν τα εξής: Η Ελλάδα είχε ένα μετάλλιο (χάλκινο) στο μακρινό 1949, σε μια διοργάνωση που είχε γίνει στην Αίγυπτο κι ελάχιστα έμοιαζε με ευρωπαϊκή.

Επίσης το 1985 είχαμε θαυμάσει τον «τελευταίο χορό» μιας σπουδαίας ομάδας, της Τσεχοσλοβακίας, που με βετεράνους παίκτες είχε αποκλείσει τους Ισπανούς στον ημιτελικό (98-95) κι έπαιξε στον τελικό με τους ανίκητους Σοβιετικούς.

Δεν είχαμε θαυμάσει καν τη δική μας ομάδα καθώς δεν είχε καταφέρει να προκριθεί στην τελική φάση. Ήταν η τελευταία απουσία της Εθνικής ομάδας από Ευρωμπάσκετ. Δύο χρόνια μετά κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο ΣΕΦ και μετά από ακόμα δύο το αργυρό στο Ζάγκρεμπ.

Το νερό είχε μπει στ’ αυλάκι για τα καλά! Τα παραπάνω δε, τα θυμόμασταν όσοι είχαμε «απορρίψει» την ποδοσφαιρική μπάλα στα παιδικοεφηβικά μας χρόνια και είχαμε καταλήξει στην πορτοκαλί. Δεν ήμασταν πολλοί, ήμασταν όμως αρκετοί!

Και γίναμε ακόμα περισσότεροι μετά το 1987. Τα ανοιχτά γήπεδα γέμισαν, το μπάσκετ έγινε δημοφιλές σε απόλυτο βαθμό. Άλλωστε στη διάρκεια του Ιουνίου του ’87 δεν άκουγες απολύτως καμία άλλη συζήτηση πέρα από μπάσκετ στους δρόμους. Κι ας ήταν περίοδος έντονων πολιτικών αναταραχών κι ας γίνονταν απεργίες κι ας είχαν βγάλει (μερικές μέρες νωρίτερα) στο Αιγαίο το «Σισμίκ» οι Τούρκοι κι ας είχε αφόρητο καύσωνα.

Τα ανοιχτά γήπεδα αποτέλεσαν τη ζωογόνο πνοή του μπάσκετ. Και γι’ αυτό με εκνευρίζει αφόρητα το ότι στη σημερινή εποχή, βλέπω πολλές κατηγορίες παμπαίδων (ειδικά), παίδων ή εφήβων να «δυσανασχετούν» όταν κάνουν προπόνηση σε ανοιχτό κι όχι σε κλειστό. Δε θα πάθουν τίποτα, κανείς δεν έπαθε!

Το Ευρωμπάσκετ το ερωτευτήκαμε το ’87, μας γέμισε συναισθήματα. Μας τα έκανε ακόμα πιο ισχυρά το ΄89.

Οι υψηλές προσδοκίες παρέμειναν το ’91 (στην τελευταία παράσταση του Γκάλη), το ’93 (που μας έκλεισαν το δρόμο προς τον τελικό οι Γερμανοί που είχαν γίνει κακοί δαίμονες) ενώ το ’95 παρότι υπήρχε έντονη γκρίνια (διαιτησία) για την ήττα από τους Γιουγκοσλάβους, η πρόκριση για πρώτη φορά σε Ολυμπιακούς Αγώνες (Ατλάντα ’96) ήταν το αποκορύφωμα.

Μετά τη νεανική και πολλά υποσχόμενη Εθνική του Παναγιώτη Γιαννάκη του ’97, ο «Δράκος» έμελλε να είναι εκείνος που θα σήκωνε, ως προπονητής αυτή τη φορά και το δεύτερο τρόπαιο το 2005. Πάλι με σκληρές αποφάσεις, με ριζική ανανέωση και με την εκμετάλλευση μιας τρομερής γενιάς ο Παναγιώτης Γιαννάκης εδραιώθηκε ως κυρίαρχη φυσιογνωμία της Εθνικής ομάδας.

Μιας ομάδας που παρέμεινε ψηλά ως το 2009 όταν και κατέκτησε το τελευταίο της μετάλλιο αλλά έκτοτε δεν ξαναμπήκε στην τετράδα.

Κάθε φορά που έχουμε Ευρωμπάσκετ, όμως, τα συναισθήματα είναι ιδιαίτερα έντονα ακριβώς επειδή οι αναμνήσεις μας είναι πλούσιες. Και μας υπαγορεύουν υψηλές προσδοκίες κι αναμονή για κάτι σπουδαίο.

Που το θέλουμε και το έχει ανάγκη το μπάσκετ.

Post on Facebook Post on X (Twitter) Post on LinkEdin Send this post with WhatsApp Send this post with Viber E-mail Post
Εγγραφείτε στα Σελίδα του του Sportime στην πλατφόρμα των Google news για άμεση κι έγκυρη ενημέρωση.
Νίκος Μπουρλάκης

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1989 δημοσιεύτηκε το πρώτο του κείμενο στο «7ήμερο του μπάσκετ» κι ακολούθησε μια μακρά διαδρομή σε «Φως των Σπορ», «Αθλητική Ηχώ», «Goal News» και από το 2017 στο «Sportime». Έχει εργαστεί σε ιστοσελίδες ως σχολιογράφος (sentragoal.gr, basketblog.gr μεταξύ άλλων), στα περιοδικά μπάσκετ «Τρίποντο» και «All Star Basket», στους ραδιοφωνικούς σταθμούς «Sentra 103,3» και «AlphaSport» όπως και ως υπεύθυνος Τύπου σε ομάδες της Basket League αλλά και στον ΕΣΑΚΕ. Επίσης εργάστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 ενώ επί σειρά ετών ήταν καθηγητής στο New York College, στο ΙΕΚ Ομηρος και στο City Unity College