Οι Ρωμαίοι κρατούσαν επίτηδες τα λιοντάρια νηστικά πριν τα αφήσουν να επιτεθούν σε καταδικασμένους στην αρένα
Τα λιοντάρια της Ρώμης κρατούνταν στο σκοτάδι και χωρίς τροφή για μέρες.
Τα υπόγεια του Κολοσσαίου δεν ήταν μόνο σκοτεινά. Ήταν τόποι αγωνίας, κραυγών και πείνας. Εκεί, μέσα σε πέτρινα κελιά χωρίς φως, τα πιο επικίνδυνα θηρία της Αφρικής και της Ασίας παρέμεναν νηστικά για μέρες, χωρίς να τους προσφερθεί ούτε ψίχουλο. Οι Ρωμαίοι δεν τα τάιζαν σκόπιμα. Δεν ήθελαν να τα διατηρήσουν υγιή. Ήθελαν να τα εξαγριώσουν.
Κάθε θηρίο που μεταφερόταν στην αρένα είχε έναν και μόνο σκοπό: να γίνει θέαμα. Δεν υπήρχε περιθώριο να φανεί κουρασμένο ή χορτάτο. Έπρεπε να διψά για αίμα. Ο ίδιος ο σχεδιασμός των αγώνων βασιζόταν στην πείνα. Λιοντάρια, τίγρεις, ύαινες, αρκούδες και λεοπαρδάλεις έμπαιναν στην αρένα αφού είχαν μείνει νηστικά μέχρι και μια εβδομάδα. Κάθε τους κίνηση, κάθε τους άλμα, ήταν απόγνωση.
Το κοινό επευφημούσε. Ο ήλιος έκαιγε πάνω από το Κολοσσαίο και οι κατάδικοι, πολλοί από αυτούς χριστιανοί, σκλάβοι ή αιχμάλωτοι πολέμου, δένονταν σε πασσάλους ή άφηναν γυμνοί χωρίς όπλα να περιμένουν το αναπόφευκτο. Δεν ήταν μάχη. Ήταν σφαγή. Κάποιοι σταυρώνονταν και κατασπαράσσονταν ζωντανοί. Άλλοι καταπίνονταν μέσα σε λίγα λεπτά, εν μέσω ζητωκραυγών.
Η πρακτική αυτή είχε και όνομα: Damnatio ad bestias. Ήταν η πιο αποκρουστική μορφή εκτέλεσης στην αυτοκρατορία. Και για να εξασφαλιστεί το “καλό θέαμα”, οι θηρευτές έπρεπε να είναι εξουθενωμένοι από την πείνα. Ο Σουητώνιος γράφει ότι όταν η τιμή του κρέατος ανέβαινε, ο Καλιγούλας έδινε εντολή να πετούν στους λέοντες όποιον φυλακισμένο περίσσευε, αδιακρίτως ενοχής.
Η διαταγή να μην ταΐζονται τα ζώα ίσχυε μόνο πριν από την παράσταση. Στα ταξίδια τους, τα θηρία τρέφονταν — πολλές φορές με βίαια μέσα — γιατί έπρεπε να επιζήσουν μέχρι να φτάσουν στο Κολοσσαίο. Μόλις όμως έφταναν στη Ρώμη, το ρολόι ξεκινούσε να μετράει αντίστροφα. Από εκείνη τη στιγμή, ήταν καταδικασμένα στην πείνα. Για να εξασφαλιστεί η βουλιμία τους όταν θα άνοιγαν οι πύλες.
Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν πως η αγριότητα των θηρίων ήταν θέλημα των θεών. Δεν την απέτρεπαν — την καλλιεργούσαν. Και η πείνα ήταν το πιο φθηνό και αποτελεσματικό μέσο. Τα ζώα αυτά δεν ήταν ούτε εκπαιδευμένα ούτε ήρεμα. Ήταν σκόπιμα πεινασμένα, παγιδευμένα στην τρέλα και την οργή. Κάθε φορά που οι πόρτες άνοιγαν, ξεχύνονταν με ορμή πάνω στο ανθρώπινο θήραμα. Όχι από άμυνα, αλλά από απόγνωση.
Για τους θεατές, όλα αυτά ήταν διασκέδαση. Για τους καταδίκους, τρόμος. Και για τα θηρία, η πείνα ήταν ο μοναδικός προπονητής. Δεν υπήρχε εκπαίδευση, ούτε φροντίδα. Υπήρχε μόνο σιωπή, σκοτάδι και μία μόνιμη ανάγκη να ξεσκίσουν οτιδήποτε έβρισκαν μπροστά τους.