Αγάπησε έναν Άγγλο αξιωματικό. Τον ακολούθησε ως την άκρη του κόσμου, κι εκεί έχασε για πάντα το μυαλό της.
Η Adèle Hugo, κόρη του μεγάλου συγγραφέα, ερωτεύτηκε έναν άντρα που δεν την ήθελε.
Ήταν η κόρη ενός από τους πιο διάσημους συγγραφείς όλων των εποχών. Ο πατέρας της έγραφε για επαναστάτες, για φαντάσματα, για ανθρώπους που δεν τους καταλάβαινε ο κόσμος. Εκείνη έγινε ένα από αυτά. Η Adèle Hugo γεννήθηκε στο Παρίσι το 1830, μέσα στην ευμάρεια, στην τέχνη, στην πολιτική και στην αγάπη. Αλλά καμιά από αυτές τις λέξεις δεν θα τη συνόδευε μέχρι το τέλος της.
Στην αρχή ήταν έξυπνη, πνευματώδης, γεμάτη ενέργεια. Έγραφε ημερολόγια, λάτρευε τη μουσική και είχε το θάρρος να αντιμιλήσει ακόμα και στον πατέρα της, τον Victor Hugo. Στη Γαλλία του 19ου αιώνα, δεν ήταν εύκολο για μια κοπέλα να είναι διαφορετική. Η Adèle όμως ήταν. Και αυτό δεν θα της συγχωρεθεί ποτέ.
Στο Μπορντό γνώρισε τον Άγγλο αξιωματικό Albert Pinson. Ήταν όμορφος, σιωπηλός, ψυχρός. Δεν την ερωτεύτηκε. Εκείνη όμως τον ερωτεύτηκε με πάθος. Όταν εκείνος έφυγε για υπηρεσία στον Καναδά, η Adèle τον ακολούθησε κρυφά, ταξίδεψε μόνη, και έφτασε στην παγωμένη Νέα Σκωτία, κυνηγώντας μια σκιά.
Στο Halifax περιπλανήθηκε χωρίς σκοπό, αναζητώντας τον. Είπε στους ντόπιους ότι ήταν ήδη παντρεμένοι. Έγραφε στο ημερολόγιό της φανταστικά γράμματα από εκείνον. Εκείνος την απέφευγε και την αγνοούσε. Εκείνη επέμενε. Δεν την ένοιαζε η απόρριψη. Την ένοιαζε μόνο η ιδέα του έρωτα. Όταν η πραγματικότητα δεν την εξυπηρετούσε, την άλλαζε.
Η κατάστασή της χειροτέρευε. Παρουσίαζε ψευδαισθήσεις, έγραφε ασυνάρτητα, μιλούσε με αγνώστους σαν να τους γνώριζε. Στη συνέχεια ταξίδεψε στην Καραϊβική, κυνηγώντας και πάλι τον Albert Pinson, που όμως δεν υπήρχε πια ούτε ως παρουσία ούτε ως πρόθεση. Ήταν απλώς μια φαντασίωση. Και ο κόσμος γύρω της, εχθρικός και ξένος.
Το 1872 επέστρεψε στη Γαλλία. Ο πατέρας της δεν τη γνώρισε. Ήταν πια μια γυναίκα χαμένη, σχεδόν άλαλη, με βλέμμα σβησμένο και λόγο χωρίς συνοχή. Την έκλεισαν στο ψυχιατρείο του Saint-Mandé, κοντά στο Παρίσι. Έζησε εκεί 43 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 1915, βλέποντας τον κόσμο να αλλάζει έξω από τα παράθυρά της χωρίς να τον καταλαβαίνει.
Δεν ξαναμίλησε ποτέ για τον Albert Pinson. Δεν μίλησε σχεδόν καθόλου. Έγραφε λέξεις σε χαρτιά, που δεν είχαν νόημα. Ξαναέγραφε το όνομά της. Έγραφε: Madame Pinson. Ήταν μια ζωή καθηλωμένη σε ένα ψέμα που ήθελε απλώς να είναι αλήθεια.
Όταν πέθανε, κανείς δεν έκλαψε δημόσια. Ο Victor Hugo είχε πεθάνει δεκαετίες πριν. Οι εφημερίδες δεν ανέφεραν πολλά. Το όνομά της δεν έμεινε στην Ιστορία για κάποιο σπουδαίο έργο ή για κάποιον αγώνα. Έμεινε για έναν έρωτα που δεν υπήρξε. Και για μια γυναίκα που δεν ήξερε πώς να ξεχάσει.