Δεν είμαι περήφανη για το τι έκανα μέσα στη Κατοχή. Δεν ήμουνα για την Ελλάδα, δεν έκανα αντίσταση και ίσως είναι η μόνη τύψη που έχω στη ζωή μου
Η Μελίνα Μερκούρη, αν και αργότερα έγινε σύμβολο της αντίστασης, είχε ανοιχτά παραδεχτεί ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής δεν είχε ενεργό ρόλο
Η Κατοχή της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα υπήρξε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Οι κάτοικοι της χώρας αντιμετώπισαν πείνα, εκτελέσεις, διώξεις και μια σκληρή καθημερινότητα όπου η επιλογή ανάμεσα στην επιβίωση και την αντίσταση δεν ήταν ποτέ εύκολη. Ανάμεσα σε αυτούς που έζησαν εκείνη την εποχή ήταν και η Μελίνα Μερκούρη, μια γυναίκα που αργότερα έμελλε να γίνει σύμβολο της Ελλάδας, τόσο στον καλλιτεχνικό όσο και στον πολιτικό χώρο. Ωστόσο, η στάση της κατά τη διάρκεια της Κατοχής δεν ήταν αυτή που θα περίμενε κανείς από μια προσωπικότητα μετέπειτα τόσο ταυτισμένη με την αντίσταση και τη διεκδίκηση της ελευθερίας.
Η Μελίνα Μερκούρη γεννήθηκε το 1920 και μεγάλωσε σε μια οικογένεια πολιτικών. Ο πατέρας της ήταν βουλευτής και ο παππούς της, Σπύρος Μερκούρης, ήταν δήμαρχος Αθηναίων. Μεγαλωμένη σε ένα περιβάλλον εξουσίας και πολιτικής, η Μελίνα είχε μια προνομιούχα παιδική ηλικία. Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Αθήνα βρέθηκε υπό ναζιστική κατοχή και η ζωή για τους περισσότερους Έλληνες άλλαξε δραματικά. Η πείνα και η καταπίεση έγιναν καθημερινότητα, ενώ ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στράφηκε είτε προς την ένοπλη αντίσταση είτε προς τη συνεργασία με τις αρχές κατοχής. Σε αυτό το τοπίο, η Μελίνα, που ήταν ήδη μια ανερχόμενη ηθοποιός, συνέχισε τη ζωή της χωρίς να αναμειχθεί άμεσα σε κανέναν από τους δύο πόλους.
Σε συνεντεύξεις της αργότερα, η ίδια παραδέχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής δεν είχε ενεργό ρόλο στην αντίσταση. Η ομολογία αυτή δεν ήταν εύκολη, καθώς μετά την Απελευθέρωση και ειδικά κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, η αντίσταση έγινε ένα τιμημένο και σχεδόν υποχρεωτικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας κάθε αγωνιστή. Η Μελίνα δήλωσε ότι δεν αισθανόταν υπερήφανη για το γεγονός ότι δεν πήρε μέρος στον αγώνα ενάντια στους κατακτητές. Παραδέχτηκε ότι εκείνα τα χρόνια έζησε σε έναν κόσμο που περιστρεφόταν γύρω από το θέατρο, τις κοινωνικές επαφές και την προσωπική της ανέλιξη. Δεν ήταν στις τάξεις των ανταρτών, δεν έβαλε τη ζωή της σε κίνδυνο για την Ελλάδα, και αυτή η επιλογή, όπως είπε, ήταν η μόνη για την οποία είχε τύψεις.
Η ειλικρινής αυτοκριτική της ξεχώριζε σε μια εποχή όπου πολλοί έσπευδαν να χτίσουν έναν μύθο αντίστασης γύρω από το όνομά τους. Δεν επιχείρησε να παραποιήσει την ιστορία της ούτε να προσδώσει στον εαυτό της ηρωικές διαστάσεις που δεν υπήρχαν. Αντίθετα, μίλησε ανοιχτά για την αμηχανία και την αποστασιοποίησή της κατά τη διάρκεια του πολέμου, αναγνωρίζοντας ότι υπήρχαν άνθρωποι που είχαν διαλέξει διαφορετικό δρόμο και είχαν ρισκάρει τα πάντα για την ελευθερία.
Η στάση της, ωστόσο, άλλαξε τα επόμενα χρόνια. Μετά τον πόλεμο και ιδιαίτερα στη διάρκεια της δικτατορίας του 1967, η Μελίνα έγινε μια από τις πιο έντονες φωνές αντίστασης στο εξωτερικό. Η φράση της «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα» έγινε σύμβολο της αντίστασης κατά της Χούντας. Πολιτικοποιήθηκε έντονα και αργότερα, ως υπουργός Πολιτισμού, έδωσε σκληρές μάχες για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Η ζωή της δείχνει πως οι επιλογές του παρελθόντος δεν καθορίζουν απαραίτητα το μέλλον και ότι ένας άνθρωπος μπορεί να εξελιχθεί, να αλλάξει στάση και να αφιερώσει τη ζωή του σε ένα σκοπό, ακόμα κι αν στο παρελθόν δεν το είχε κάνει.