Δούλευαν δεκατετράχρονα μέσα σε αίμα, φωτιά και καπνό για να πλουτίσουν οι έμποροι
Δεκατετράχρονα δούλευαν μέσα σε φωτιά και αίμα πάνω σε φαλαινοθηρικά για να πλουτίσουν οι έμποροι.
Τα φαλαινοθηρικά πλοία της Νέας Αγγλίας είχαν πάντα χώρο για ένα παιδί. Όχι για να το προστατεύσουν ή να το μορφώσουν. Αλλά για να το χώσουν μέσα στις πιο άγριες και βρόμικες δουλειές του πλοίου. Τα έφηβα αγόρια των 13 ή 14 ετών ξεκινούσαν ως cabin boys και κατέληγαν, αν επιζούσαν, να μαθαίνουν να σκοτώνουν. Να γδέρνουν. Να βράζουν κομμάτια φάλαινας μέσα σε λάδι που τσιτσίριζε μέρα και νύχτα.
Δεν υπήρχε στρώμα. Δεν υπήρχε ψωμί. Μόνο υγρασία, αίμα και κραυγές. Πολλά από αυτά τα παιδιά προέρχονταν από φτωχές οικογένειες ή ορφανοτροφεία. Οι καπετάνιοι τα έπαιρναν σχεδόν δωρεάν, και τους υποσχόντουσαν μερίδιο από το φορτίο. Αν πέθαιναν, τα πέταγαν στο νερό και προσλάμβαναν άλλα στο επόμενο λιμάνι.
Το κατάστρωμα ήταν μόνιμα γεμάτο με κόκαλα, κομμάτια σάρκας και σπλάχνα. Οι φάλαινες δεν πέθαιναν εύκολα. Μερικές αντιστέκονταν για ώρες, τραυματίζοντας και βουλιάζοντας βάρκες. Τα παιδιά έπρεπε να βοηθούν στο ξεκοίλιασμα. Να κουβαλούν σκοινιά, να σπρώχνουν σάρκες με γάντζους, να ρίχνουν βραστό νερό στα καζάνια. Μέσα σε φωτιά, καπνό και έναν αέρα που μύριζε θάνατο.
Το λάδι από το κεφάλι του φυσητήρα – το λεγόμενο spermaceti – ήταν πιο ακριβό κι από χρυσό. Έκαιγε χωρίς καπνό. Φώτιζε τις εκκλησίες, τις αίθουσες των όπερων, τις γιορτές των πλουσίων. Κανείς δεν έλεγε από πού προερχόταν. Ούτε ποιος το έβγαλε. Ούτε ποιος σκοτώθηκε για να το μαζέψει.
Οι έμποροι στην ξηρά γίνονταν εκατομμυριούχοι. Οι καπετάνιοι κέρδιζαν βραβεία. Κι αυτά τα δεκατετράχρονα; Γύριζαν, αν γύριζαν, σακατεμένα. Ή απλώς δεν γύριζαν ποτέ. Είχαν μάθει να πλένουν το αίμα με νερό της θάλασσας και να τρώνε πάνω στο πτώμα ενός γίγαντα.