Έμεινε δύο χρόνια μόνη στον πάγο και έτρωγε αλεπούδες, για να πάρει το παιδί της από το ορφανοτροφείο
Η Άντα Μπλάκτζακ πήγε στην παγωμένη Σιβηρία για να μαζέψει λεφτά για τον άρρωστο γιο της.
Ήταν μικρή, φτωχή και ιθαγενής. Στην Αλάσκα του 1920, αυτά ήταν τρία βάρη μαζί. Ο άντρας της την χτυπούσε, οι δουλειές δεν έφταναν ούτε για ψωμί και το παιδί της, ο μικρός Μπένετ, έλιωνε από τη φυματίωση. Η Άντα Μπλάκτζακ δεν είχε καμία εκπαίδευση, δεν ήξερε να κυνηγά, δεν είχε οικογένεια. Μόνο έναν σκοπό: να σώσει το γιο της.
Και τότε άκουσε για μια αποστολή. Θα πήγαιναν στη νησιωτική έρημο της Σιβηρίας, στη νήσο Βράγγερ. Ήθελαν μεταφράστρια, κάποια που να ξέρει αγγλικά. Δεν είχε ξαναβγεί απ’ την Αλάσκα, δεν ήξερε καν να πιάνει όπλο. Αλλά η αμοιβή θα έφτανε για να βγει το παιδί από το ορφανοτροφείο και να πάει σε νοσοκομείο. Έτσι, έβαλε το όνομά της. Και έφυγε.
Το 1921 ξεκίνησαν. Πέντε άντρες και η Άντα. Δεν πέρασε ούτε χρόνος και τα πράγματα στράβωσαν. Το καράβι ανεφοδιασμού δεν έφτασε ποτέ. Το φαγητό τελείωνε. Ένας-ένας, οι άντρες πέθαιναν ή προσπαθούσαν να φύγουν. Η Άντα έμεινε μόνη της, πάνω σε ένα παγωμένο νησί, μέσα στη σιβηρική νύχτα.
Δεν έκλαψε. Δεν έγραψε ποιήματα. Έστησε παγίδες για αλεπούδες. Έμαθε να τις γδέρνει, να τις ψήνει, να τις φυλάει. Έραψε γούνες. Έφτιαξε καταφύγιο. Έγραψε στο ημερολόγιό της ότι φοβόταν τα φαντάσματα — αλλά δεν φοβήθηκε τον θάνατο.
Δύο χρόνια κράτησε ο εφιάλτης. Κανείς δεν περίμενε να τη βρουν ζωντανή. Κανείς εκτός από εκείνη. Γιατί ήξερε πως την περίμενε ένας γιος σε ένα νοσοκομείο. Μια μητέρα δεν έχει την πολυτέλεια να πεθαίνει.
Όταν την εντόπισαν το 1923, ήταν μισή, αλλά όρθια. Το σώμα της τρεμόπαιζε, το βλέμμα της είχε κλείσει μέσα του δύο αρκτικούς χειμώνες. Δεν δέχτηκε τιμές. Πήρε τα χρήματα και γύρισε στον Μπένετ.
Έζησαν λίγα χρόνια μαζί. Ο Μπένετ πέθανε νέος. Και η Άντα έμεινε να ζει φτωχικά, ξεχασμένη από όλους, μέχρι τα βαθιά γεράματα. Ποτέ δεν καυχήθηκε, ποτέ δεν ζήτησε χειροκρότημα.
Κανείς δεν έμεινε ζωντανός στη Νήσο Βράγγερ, εκτός από μια γυναίκα που δεν ήξερε ούτε να πυροβολεί. Ήξερε μόνο να αγαπάει.