Έριξαν τη δικτατορία με γαρύφαλλα. Γιατί οι στρατιώτες της Πορτογαλίας προτίμησαν τα λουλούδια από τις σφαίρες
Κανείς δεν περίμενε ότι μια δικτατορία θα έπεφτε με τραγούδι και γαρύφαλλα
Για δεκατρία ολόκληρα χρόνια, η Πορτογαλία έστελνε φτωχούς στρατιώτες να πολεμούν στην Αφρική για αποικίες που οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι είχαν ήδη εγκαταλείψει. Αγκόλα, Μοζαμβίκη, Γουινέα–Μπισάου: τόποι μακρινοί, γεμάτοι πυρετό, λάσπη και θάνατο. Ούτε νίκες ούτε επιστροφή. Μόνο φέρετρα και σιωπή.
Η χώρα ζούσε υπό τη σκιά της δικτατορίας του Σαλαζάρ. Όλα ήσυχα. Εκτός από τις μητέρες που έθαβαν γιους. Ο στρατός άρχισε να βράζει από μέσα. Οι κληρωτοί κουρασμένοι, οι αξιωματικοί αβέβαιοι, οι νεκροί αμέτρητοι. Κανείς δεν ήξερε τι πολεμούσε και γιατί.
Κι όμως, όταν ήρθε η στιγμή, δεν ακούστηκε ούτε ένας πυροβολισμός. Στις 25 Απριλίου 1974, στο ραδιόφωνο ακούστηκε το τραγούδι “Grândola, Vila Morena”. Ήταν το σήμα. Ο στρατός βγήκε στους δρόμους, όχι με οργή, αλλά με σχέδιο. Οι πολίτες τους πλησίασαν, δεν έτρεξαν να κρυφτούν.
Κάποια γυναίκα πρόσφερε ένα κόκκινο γαρύφαλλο σε έναν φαντάρο. Εκείνος το έβαλε στην κάννη του όπλου του. Το ίδιο έκαναν κι άλλοι. Μέσα σε λίγες ώρες, οι δρόμοι της Λισαβόνας είχαν γεμίσει λουλούδια, όχι αίμα. Η χούντα κατέρρευσε χωρίς μάχη.
Ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός, το σύστημα ολόκληρο παραιτήθηκε ή συνελήφθη. Δεν υπήρξαν εκτελέσεις. Δεν υπήρξε εκδίκηση. Οι στρατιώτες δεν ήθελαν εξουσία, ήθελαν να σταματήσει ο παραλογισμός. Στο τέλος, χειροκροτήθηκαν από τον ίδιο τον λαό που ως τότε φοβόταν να ψιθυρίσει.
Η Επανάσταση των Γαρυφάλλων δεν ήταν ένα απλό πραξικόπημα. Ήταν η απόδειξη ότι ο στρατός, όταν δεν έχει λόγο να σκοτώνει, μπορεί να προστατεύσει. Ότι μερικές φορές, ένα λουλούδι στην κάννη είναι πιο δυνατό από μια σφαίρα στο θώρακα. Και ότι μια δικτατορία, όσο σκληρή κι αν μοιάζει, μπορεί να πέσει με μουσική.