Έβαζαν δηλητήριο στο ποτό για να σταματήσει ο κόσμος να πίνει και τελικά πέθαναν 10000 άνθρωποι απο το δηλητήριο
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ έβαζε μεθανόλη στο αλκοόλ για να τρομάξει τους πότες. Δεν σταμάτησαν. Πέθαναν.
Στην Αμερική του 1920, το αλκοόλ έγινε παράνομο. Ήταν η εποχή της Ποτοαπαγόρευσης. Οι πολιτικοί υπόσχονταν μια κοινωνία καθαρή, ηθική, χωρίς μέθη και εγκλήματα. Όμως οι Αμερικανοί δεν σταμάτησαν να πίνουν. Ίσα-ίσα, η κατανάλωση πέρασε στη σκιά. Υπήρχε παντού. Σε παράνομα μπαρ, σε υπόγεια, σε σπίτια και σαλόνια. Και το κράτος αποφάσισε να πάρει εκδίκηση.
Η ιδέα δεν ήρθε από έναν ψυχρό επιστήμονα αλλά από έναν φανατισμένο πολιτικό: τον Wayne B. Wheeler. Ήταν το πρόσωπο-κλειδί πίσω από την Ποτοαπαγόρευση, και πίστευε πως αν ο κόσμος δεν σταματά να πίνει, τότε το ποτό πρέπει να τους σκοτώνει. Έτσι, η κυβέρνηση των ΗΠΑ άρχισε να δηλητηριάζει την αλκοόλη που χρησιμοποιούσαν τα παράνομα αποστακτήρια για να φτιάχνουν ποτά.
Το δηλητήριο ήταν μεθανόλη — αλκοόλη που χρησιμοποιείται σε καθαριστικά και καύσιμα. Στις κατάλληλες δόσεις προκαλεί τύφλωση, ανεπανόρθωτη βλάβη στο νευρικό σύστημα και θάνατο. Η κυβέρνηση πρόσθετε βιομηχανικές ποσότητες σε αλκοόλες που χρησιμοποιούσε ο λαός για να αποστάζει ποτό στο σπίτι του ή για να αγοράζει από τον μαύρο κύκλο.
Οι άνθρωποι πέθαιναν στους δρόμους. Νοσοκομεία των φτωχών γέμιζαν από δηλητηριασμένους. Ήταν συνήθως εργάτες, μετανάστες, φτωχοί που ήθελαν απλώς ένα ποτό το Σάββατο βράδυ. Κανείς δεν τους προειδοποίησε ότι το ποτό ήταν φτιαγμένο για να σκοτώνει. Μέχρι το 1933, εκτιμάται πως πάνω από 10.000 άτομα πέθαναν από αυτή την πρακτική.
Η κυβέρνηση το ήξερε. Οι γιατροί διαμαρτύρονταν. Οι εφημερίδες άρχισαν να το αποκαλύπτουν. Αλλά ο Wheeler και οι συνεργάτες του δεν σταμάτησαν. Έλεγαν ότι αν κάποιος πεθαίνει επειδή ήπιε, έφταιγε ο ίδιος. Κι έτσι η Ποτοαπαγόρευση έγινε όχι μόνο αποτυχημένη, αλλά και θανατηφόρα.
Όταν τελικά καταργήθηκε το 1933, οι περισσότεροι Αμερικανοί ένιωσαν ανακούφιση. Όχι μόνο γιατί μπορούσαν να πιουν νόμιμα, αλλά γιατί η ίδια τους η κυβέρνηση δεν θα τους δηλητηρίαζε πια. Σήμερα, η ιστορία αυτή μένει σχεδόν άγνωστη — σαν να την έθαψαν μαζί με τα θύματα.