Για 500 χρόνια το ποδόσφαιρο θεωρούνταν παιχνίδι για χωριάτες. Οι ευγενείς το έλεγαν βάρβαρο
Το ποδόσφαιρο κάποτε το έπαιζαν μόνο οι φτωχοί. Οι ευγενείς το θεωρούσαν επικίνδυνο και βάρβαρο.
Δεν είχε γρασίδι. Δεν είχε φανέλες. Δεν είχε καν γκολπόστ. Είχε λάσπη, ξύλο και κραυγές. Για πάνω από πέντε αιώνες, το ποδόσφαιρο δεν ήταν άθλημα. Ήταν πρόβλημα. Και όσοι το έπαιζαν, θεωρούνταν άνθρωποι χαμηλής τάξης, επικίνδυνοι για την κοινωνία. Όχι επειδή παραβίαζαν τους κανόνες. Αλλά επειδή δεν υπήρχαν κανόνες.
Η αριστοκρατία το μισούσε. Το περιέγραφαν ως «άθλημα για χωριάτες και μπάσταρδους». Στην εποχή της Ελισάβετ, και για πολύ καιρό μετά, κάθε φορά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στους δρόμους του Λονδίνου, οι ευγενείς έστελναν τον σερίφη. Οι παίκτες κινδύνευαν με πρόστιμα, ξύλο ή φυλάκιση.
Το χειρότερο; Δεν ήταν επειδή έσπαγαν παράθυρα ή έκλειναν δρόμους. Ήταν επειδή δεν ήταν “άνδρες καλής αγωγής”. Το ποδόσφαιρο, όπως και η φτώχεια, έπρεπε να μείνει έξω από την πόλη και από τη νομιμότητα.
Ο Sir Thomas Elyot το αποκάλεσε «θηριώδες». Ο James I το απέρριψε λέγοντας πως «καταστρέφει τα κορμιά των παικτών». Ο Stubbs το χαρακτήρισε «μια άσκηση για δολοφόνους». Δεν υπήρχε σαββατοκύριακο που να μην εκδοθεί κάποια απαγόρευση: «Ουδείς να παίζει foote balle εντός των τειχών», διαβάζουμε σε επίσημες καταχωρίσεις του 1572 και του 1581.
Στους δρόμους του Λονδίνου, στα λιβάδια του Σάσεξ, στους λασπωμένους δρόμους της Σκωτίας, οι φτωχοί έπαιζαν κόντρα στον νόμο. Εφηβοι, μαθητευόμενοι, εργάτες, αγρότες, όλοι με μία μπάλα φτιαγμένη από δέρμα ή ουροδόχο κύστη ζώου, την πετούσαν ο ένας στον άλλο με βία και πείσμα. Και όταν έσπαζαν μύτες ή κόβονταν φρύδια, κανείς δεν σταματούσε.
Το ποδόσφαιρο ήταν τόσο επικίνδυνο, που σε επιστολές της εποχής αναφέρονται παίκτες με σπασμένα πλευρά, στραμπουληγμένα γόνατα και μάτια γεμάτα αίμα. Και όμως, επέμεναν. Όχι γιατί ήταν άθλημα. Αλλά γιατί ήταν αντίσταση. Ήταν το μόνο πράγμα που τους ένωνε, που τους έδινε σκοπό.
Δεν το ήθελαν οι βασιλιάδες. Δεν το ήθελαν οι παπάδες. Δεν το ήθελαν οι ευγενείς. Κι όμως, το ποδόσφαιρο δεν πέθανε.
Δεν είχε προπονητές. Δεν είχε συστήματα. Είχε οργή, ιδρώτα και σκοπό: να σπρώξεις την μπάλα σε κάποιον τοίχο, δέντρο ή φράχτη που είχε οριστεί ως γκολ. Και ας σε κυνηγούσαν μετά οι φρουροί με ρόπαλα. Όσο υπήρχε μπάλα, υπήρχε και παιχνίδι. Κι ας το έλεγαν βάρβαρο.