Γιατί σε πολλά χωριά της Ελλάδας η Ανάσταση γίνεται νωρίς το απόγευμα και όχι στις 12 το βράδυ
Δεν λένε «Χριστός Ανέστη» τα μεσάνυχτα, αλλά στις έξι το απόγευμα. Γιατί στα χωριά, η Ανάσταση έχει τον δικό της ρυθμό.
Στις πόλεις, η Ανάσταση γίνεται τα μεσάνυχτα. Οι καμπάνες χτυπούν στις δώδεκα ακριβώς και το «Χριστός Ανέστη» σκίζει τον αέρα μαζί με τα βεγγαλικά. Όμως στα χωριά, η Ανάσταση πολλές φορές δεν έχει ρολόι. Ή μάλλον, έχει. Αλλά δεν δείχνει πάντα δώδεκα.
Σε πολλά χωριά της Ελλάδας, η Ανάσταση μπορεί να γίνει στις εννιά το βράδυ. Ή και στις έξι το απόγευμα. Όχι γιατί άλλαξε το τυπικό, αλλά γιατί άλλαξαν οι συνθήκες. Ο ίδιος παπάς πρέπει να κάνει τη λειτουργία σε τέσσερα ή πέντε χωριά την ίδια μέρα. Δεν έχει βοηθό. Δεν υπάρχει δεύτερος ιερέας. Υπάρχει μόνο εκείνος — κι ένα αυτοκίνητο που τρέχει από χωριό σε χωριό για να προλάβει να μεταφέρει το φως.
Έτσι, σε ένα μικρό χωριό της Ηπείρου, η Ανάσταση μπορεί να γίνει στις 18:00. Ο κόσμος συγκεντρώνεται νωρίς, κρατά τις λαμπάδες του, ακούει το Ευαγγέλιο της Ανάστασης ενώ ακόμα έχει φως έξω. Το «Δεύτε λάβετε φως» δεν το συνοδεύει η νύχτα αλλά το σούρουπο. Κι όμως, η συγκίνηση δεν είναι μικρότερη. Ίσως να είναι και μεγαλύτερη.
Σε άλλο χωριό, ο παπάς περνάει στις 20:30. Το «Χριστός Ανέστη» ακούγεται δεύτερη φορά, αυτή τη φορά με τις φωνές λιγότερων πιστών, αλλά με την ίδια λαχτάρα. Οι παλιές γιαγιάδες θυμούνται εποχές που η Ανάσταση γινόταν ακόμα και την Κυριακή το πρωί, αν είχε κακοκαιρία ή αν ο παπάς είχε μείνει χωρίς μεταφορικό.
Σε μέρη με λιγοστούς κατοίκους και σβηστά καντήλια, η Ανάσταση είναι πάντα μια ευκαιρία επιστροφής. Τα σπίτια ξανανοίγουν. Τα παιδιά των μεταναστών γυρνούν. Οι αυλές καθαρίζονται. Κι ας ακουστεί το «Χριστός Ανέστη» πριν βραδιάσει. Για τους ανθρώπους των χωριών, σημασία δεν έχει η ώρα. Σημασία έχει να γίνει. Να ακουστεί. Να νιώσουν πως το χωριό δεν ξέχασε την Ανάσταση, κι ας την είπε νωρίτερα.