Οι Έλληνες που έγραφαν ελληνικά με αραβικούς χαρακτήρες. Η άγνωστη ιστορία του Greek Aljamiado
Ποιήματα, προσευχές και καθημερινά κείμενα στα ελληνικά, γραμμένα όμως με αραβικούς χαρακτήρες.
Πολύ πριν τις τυποποιημένες γραμματικές, τα λεξικά και τα πολυτονικά, υπήρχαν Έλληνες που μιλούσαν ελληνικά αλλά δεν τα έγραφαν με ελληνικά γράμματα. Αντίθετα, χρησιμοποιούσαν το αραβικό αλφάβητο. Το φαινόμενο αυτό, άγνωστο στους περισσότερους, λέγεται Greek Aljamiado και έχει τις ρίζες του ήδη από τον 13ο αιώνα.
Η λέξη Aljamiado προέρχεται από την ισπανική λέξη aljamía, που χρησιμοποιήθηκε για μουσουλμάνους στην Ιβηρική που έγραφαν τις γλώσσες τους με το αραβικό αλφάβητο. Η ελληνική εκδοχή εμφανίστηκε αρχικά μέσα από τις κοινότητες των μουσουλμάνων Ελλήνων, κυρίως στην Κρήτη, την Ήπειρο και σε μικρότερο βαθμό στη Θράκη, αλλά και σε χριστιανικές κοινότητες της Συρίας, του Λιβάνου και της Παλαιστίνης που μιλούσαν ελληνικά.
Το αρχαιότερο δείγμα χρονολογείται τον 13ο αιώνα. Ο ίδιος ο Ρουμί, ο μεγάλος Πέρσης ποιητής, μαζί με τον γιο του Σουλτάν Ουαλάντ, έγραψαν στίχους στην ελληνική γλώσσα με το αραβικό αλφάβητο. Τα ποιήματα τους είναι βαθιά σουφικά και αποδίδουν ύμνους στον Θεό σε μια ελληνική διάλεκτο που θυμίζει τα τοπικά ιδιώματα της Καππαδοκίας.
Με τα χρόνια, η πρακτική αυτή εξαπλώθηκε. Έλληνες μουσουλμάνοι της Κρήτης, που είχαν εξισλαμιστεί μετά την οθωμανική κατάκτηση, συνέχιζαν να μιλούν ελληνικά αλλά έγραφαν στα αραβικά. Τα τεκμήρια περιλαμβάνουν προσευχές, ποιήματα, ακόμη και διδακτικά κείμενα. Σε μια σπάνια περίπτωση, βρέθηκε διγλωσσικό εγχειρίδιο συνομιλιών στα αραβικά, περσικά, ελληνικά και σερβικά με τα ελληνικά γραμμένα με αραβικούς χαρακτήρες.
Το Greek Aljamiado δεν ήταν ενιαίο σύστημα. Δεν υπήρχε γραμματική ή ορθογραφική κανονικότητα. Κάθε συγγραφέας έγραφε όπως άκουγε τα ελληνικά της περιοχής του. Στην Κρήτη συναντάμε λέξεις από τη ντοπιολαλιά, στην Ήπειρο λέξεις με επιρροές από την αλβανική, ενώ στη Συρία υπήρχαν στίχοι της Θείας Λειτουργίας μεταγραμμένοι στα αραβικά.
Πολλές φορές, η αντιστοίχιση των ήχων ήταν εξαιρετικά περίπλοκη. Το ελληνικό «θ» αποδιδόταν με το αραβικό ث, ενώ το «δ» με το ذ. Οι συνδυασμοί «μπ» και «ντ» αποδίδονταν με σύμφωνα που αντικατόπτριζαν τον ήχο, όχι το γράμμα. Επίσης, σε κάποια κείμενα εμφανίζεται και η διάκριση των τόνων, σαν να προσπαθούσαν να μεταφέρουν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη μουσικότητα της.
Στον 19ο αιώνα, η πρακτική αυτή φτάνει στο αποκορύφωμά της με την παραγωγή θρησκευτικών χριστιανικών κειμένων από αραβόφωνους Ορθόδοξους της Αντιόχειας. Σε αυτά, ολόκληρα αποσπάσματα από το Ψαλτήριο και τη Λειτουργία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου γράφονται στα ελληνικά αλλά με αραβικό αλφάβητο.
Με τη σταδιακή υποχώρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την ανάπτυξη των εθνικών κρατών, η χρήση του Greek Aljamiado εξαφανίστηκε. Οι μουσουλμάνοι της Κρήτης αναχώρησαν με την ανταλλαγή πληθυσμών. Οι λίγοι χριστιανοί της Ανατολής που έγραφαν με αυτόν τον τρόπο, εντάχθηκαν στις γλωσσικές κανονικότητες της περιοχής τους. Το φαινόμενο επιβιώνει μόνο μέσα από σπάνια χειρόγραφα που εντοπίζονται σε μοναστήρια του Λιβάνου, σε βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης και στη συλλογή του Hill Museum & Manuscript Library.
Δεν πρόκειται για απλό γλωσσικό πείραμα. Το Greek Aljamiado είναι καθρέφτης πολιτισμών που συνυπήρξαν, συγκρούστηκαν και προσπάθησαν να επιβιώσουν. Είναι η απόδειξη ότι η ελληνική γλώσσα ξεπέρασε τα όριά της, τρυπώνοντας ακόμα και μέσα σε γράμματα που της ήταν ξένα.