Η κίνηση του Χίτλερ με το βαγόνι που έκανε για να ταπεινώσει τους Γάλλους, στο ίδιο σημείο που οι Γερμανοί είχαν παραδοθεί
Ο Χίτλερ δεν ήθελε απλώς να νικήσει τη Γαλλία. Ήθελε να την ταπεινώσει ακριβώς εκεί όπου είχε ταπεινωθεί η Γερμανία. Και το έκανε, με ένα βαγόνι-φάντασμα της Ιστορίας.
Το 1918, μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου, η Γερμανία υπέγραψε την ανακωχή που έβαλε τέλος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα σε ένα ταπεινό βαγόνι τρένου, στο δάσος της Κομπιέν, βόρεια του Παρισιού. Ήταν ένα σημείο επιλεγμένο από τη Γαλλία για την απομόνωση και τη συμβολική του αξία. Οι Γερμανοί γονάτισαν, κυριολεκτικά και συμβολικά, εκεί όπου οι νικητές τούς έδειξαν ποιος ορίζει τους όρους.
Είκοσι δύο χρόνια αργότερα, ο Αδόλφος Χίτλερ, κυρίαρχος πια της Ευρώπης, αποφασίζει να δώσει στους Γάλλους ένα μάθημα ιστορικής μνήμης. Όταν η Γαλλία συνθηκολόγησε το καλοκαίρι του 1940, ο Χίτλερ δεν αρκέστηκε σε ένα γραφείο ή ένα στρατιωτικό αρχηγείο. Διέταξε να μεταφερθεί το ίδιο βαγόνι από το μουσείο όπου φυλασσόταν, και να το τοποθετήσουν στο ίδιο ακριβώς σημείο του δάσους της Κομπιέν.
Η εικόνα ήταν ακριβές αντίγραφο του 1918, μόνο που αυτή τη φορά οι ρόλοι ήταν ανεστραμμένοι. Ο Χίτλερ στεκόταν εκεί όπου άλλοτε στεκόταν ο Γάλλος στρατάρχης Φος. Οι Γάλλοι αντιπρόσωποι αναγκάστηκαν να καθίσουν στη θέση των ηττημένων, ακριβώς όπως οι Γερμανοί το 1918. Ήταν μια κίνηση απόλυτα σκηνοθετημένη, όχι απλώς για να υπογραφεί μια συνθήκη, αλλά για να αναβιώσει ένας εθνικός εξευτελισμός. Μια ιστορική πληγή που έκλεινε με εκδίκηση.
Αφού υπογράφηκε η συνθηκολόγηση, ο Χίτλερ βγήκε από το βαγόνι χωρίς να ανταλλάξει ούτε λέξη. Ήταν η μόνη φορά σε όλο τον πόλεμο που φάνηκε συγκινημένος. Το βαγόνι μεταφέρθηκε στο Βερολίνο ως τρόπαιο. Αργότερα, καθώς ο πόλεμος γύριζε, οι Γερμανοί το κατέστρεψαν για να μην πέσει ξανά στα χέρια των Συμμάχων. Ό,τι απέμεινε από αυτό βρίσκεται σήμερα στο ίδιο δάσος, σε ένα μικρό μουσείο-μαυσωλείο της Ιστορίας.
Η πράξη του Χίτλερ δεν ήταν απλώς διπλωματική ή στρατηγική. Ήταν σκηνοθεσία εθνικής ταπείνωσης. Μια εικόνα που σχεδιάστηκε να μείνει χαραγμένη στο συλλογικό υποσυνείδητο. Και έμεινε. Όχι ως απόδειξη δύναμης, αλλά ως υπενθύμιση ότι η Ιστορία έχει και μνήμη, και ειρωνεία.