Οι πυροσβέστες έσωσαν τα γουρουνάκια από τη φωτιά και μετά από λίγους μήνες τους έκαναν δώρο λουκάνικα από τα γουρουνάκια αυτά
Η αληθινή ιστορία που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις
Ο αχυρώνας καιγόταν σαν δαυλός μέσα στη νύχτα. Η φωτιά είχε ήδη καταπιεί τη μισή στέγη, και οι καπνοί σηκώνονταν ψηλά, απειλώντας να καλύψουν ολόκληρη τη φάρμα. Στην άκρη της αποθήκης, σε μια γωνιά που ακόμα αντιστεκόταν στις φλόγες, τα γουρουνάκια στριμώχνονταν δίπλα στη μάνα τους, προσπαθώντας να βρουν καταφύγιο. Οι πυροσβέστες που έφτασαν στη σκηνή δεν ήξεραν ακόμα πόσο παράξενη θα γινόταν αυτή η ιστορία. Τότε, το μόνο που είχαν στο μυαλό τους ήταν να σώσουν ζωντανά όσα μπορούσαν.
Η διάσωση ήταν δύσκολη. Η θερμοκρασία μέσα στον αχυρώνα είχε φτάσει στα όριά της, οι τοίχοι έτριζαν και τα ζώα ήταν τρομαγμένα. Όμως, ένα-ένα, τα 18 μικρά γουρουνάκια και οι δύο χοιρομητέρες βγήκαν από τη φωτιά με τη βοήθεια των ανδρών της πυροσβεστικής. Το Pewsey, μια ήσυχη γωνιά της αγγλικής επαρχίας, είχε μόλις γίνει το σκηνικό μιας ιστορίας που σύντομα θα έκανε το γύρο του κόσμου. Εκείνο το βράδυ του Φεβρουαρίου, όλοι τους ήξεραν ότι είχαν σώσει ζωές. Αλλά κανείς δεν περίμενε τι θα συνέβαινε έξι μήνες αργότερα.
Η Rachel Rivers, ιδιοκτήτρια της φάρμας, ήταν ξεκάθαρη από την πρώτη στιγμή. Δεν ήταν καταφύγιο ζώων. Ήταν εκτροφέας. Τα γουρούνια ζούσαν σε καλές συνθήκες, έτρωγαν οργανική τροφή και περνούσαν τη ζωή τους ελεύθερα, όχι κλεισμένα. Η φωτιά μπορεί να τα έσωσε προσωρινά, αλλά το μέλλον τους παρέμενε προδιαγεγραμμένο. Έτσι, μισό χρόνο μετά τη διάσωση, αποφάσισε να τηρήσει μια υπόσχεση: να ευχαριστήσει τους διασώστες με ένα… δώρο. Ένα κουτί με λουκάνικα φτιαγμένα από τα ίδια τα γουρουνάκια που είχαν σωθεί από τις φλόγες.
Οι πυροσβέστες το πήραν με χιούμορ. Ανέβασαν φωτογραφίες από το μπάρμπεκιου που έστησαν, μιλώντας με ενθουσιασμό για τη «γεύση της επιτυχίας». Έξι μήνες και μία μέρα μετά τη φωτιά, έτρωγαν τα λουκάνικα των ζώων που είχαν σώσει. Για τους περισσότερους από αυτούς, αυτό δεν ήταν ούτε ειρωνικό ούτε σκληρό. Ήταν ο κύκλος της ζωής στη φάρμα. Όμως, το διαδίκτυο είχε άλλη άποψη.
Οι αντιδράσεις δεν άργησαν. Οργισμένα σχόλια, ειρωνικά tweets, κατηγορίες για απανθρωπιά. Ορισμένοι ζήτησαν να κατέβουν οι φωτογραφίες. Η πυροσβεστική υπηρεσία του Pewsey υπαναχώρησε. Έσβησε τις αναρτήσεις, ζήτησε συγγνώμη και προσπάθησε να ρίξει τους τόνους. Η ιστορία είχε πλέον ξεφύγει από τον έλεγχο. Από απλό ευχαριστήριο γεύμα, είχε μετατραπεί σε σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους: αυτόν της αγροτικής καθημερινότητας και αυτόν της σύγχρονης ευαισθησίας για τα ζώα.
Η PETA, γνωστή για τις δυναμικές της αντιδράσεις, μπήκε γρήγορα στο παιχνίδι. Κατηγόρησε τους πυροσβέστες ότι ουσιαστικά ξαναέβαλαν τα γουρουνάκια στη φωτιά, αυτή τη φορά μεταφορικά. Τους έστειλε vegan λουκάνικα, προσπαθώντας να τους δείξει έναν διαφορετικό δρόμο. Έναν δρόμο που δεν περιλαμβάνει σφαγή, ακόμα και μετά από μια ηρωική διάσωση.
Το ερώτημα που έμεινε μετέωρο δεν ήταν αν ήταν σωστό να τα φάνε ή όχι. Ήταν αν μπορούσαν να δουν αυτά τα δύο γεγονότα –τη διάσωση και τη σφαγή– ως αλληλοσυμπληρούμενα ή ως αντίθετα. Για κάποιους, τα γουρουνάκια είχαν σωθεί για να ζήσουν. Για άλλους, είχαν σωθεί απλώς για να παχύνουν λίγο παραπάνω πριν τη σφαγή. Η ιστορία τους έγινε καθρέφτης που έδειξε πώς βλέπουμε τα ζώα: σαν συντρόφους, σαν υπάρξεις, ή σαν φαγητό.
Κι όμως, τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα είχε γίνει γνωστό αν δεν υπήρχε εκείνο το tweet. Ένα tweet που ξεκίνησε με χιούμορ: «Σώσαμε το μπέικον τους, και τώρα το φάγαμε». Μια φράση που για κάποιους ήταν απλώς μια έξυπνη ατάκα και για άλλους κάτι πιο σκοτεινό. Κάπως έτσι, η ιστορία των γουρουνιών του Pewsey έγινε ένα ντοκιμαντέρ χωρίς κάμερα, παιγμένο σε δύο πράξεις. Η πρώτη στις φλόγες. Η δεύτερη στο πιάτο.