Οι πρώτοι πυροσβέστες έσβηναν τις φωτιές μόνο αν ήσουν πελάτης. Ήταν υπάλληλοι ασφαλιστικών εταιρειών.
Πριν γίνει δημόσιο αγαθό, η πυρόσβεση ήταν υπόθεση των ασφαλιστικών. Οι πρώτοι πυροσβέστες δούλευαν μόνο για όσους πλήρωναν.
Μετά τη Μεγάλη Πυρκαγιά του Λονδίνου το 1666, η πόλη έμοιαζε με στάχτη. Ολόκληρες συνοικίες είχαν γίνει κάρβουνο, και το κράτος δεν είχε ούτε σχέδιο ούτε μέσα για να τις προστατεύσει. Η λύση δεν ήρθε από το στέμμα, αλλά από τις ασφαλιστικές εταιρείες. Ίδρυσαν ιδιωτικά πυροσβεστικά σώματα για να προστατεύουν τα κτίρια που είχαν ασφαλίσει. Αν το σπίτι σου δεν είχε ασφαλιστική πινακίδα στην πρόσοψη, το άφηναν να καεί.
Κάθε ασφαλιστική είχε τη δική της ομάδα πυροσβεστών, τα δικά της εργαλεία, τις δικές της άμαξες, και συχνά… τους δικούς της καβγάδες. Αν ξέσπαγε φωτιά σε ακίνητο που καλυπτόταν από δύο εταιρείες, οι ομάδες τσακώνονταν για το ποια έχει δικαίωμα να τη σβήσει. Αν δεν υπήρχε σήμα, κοιτούσαν την άλλη πλευρά. Και το «σήμα» ήταν ένα μεταλλικό έμβλημα καρφωμένο πάνω απ’ την πόρτα: ένα χρυσό χέρι, ένας λέοντας, ένα μονόγραμμα – η υπογραφή της εταιρείας. Ήταν το αντίστοιχο του “ναι, έχω συμβόλαιο”.
Στις φτωχότερες συνοικίες δεν υπήρχαν πολλά τέτοια σήματα. Η φωτιά εξαπλωνόταν εύκολα, κι αν έπιανε διπλανό σπίτι που ήταν ασφαλισμένο, τότε – και μόνο τότε – επενέβαιναν. Ορισμένες φορές έσβηναν φωτιές με σκοπό να προλάβουν ζημιές σε κοντινά ακίνητα του πελάτη τους. Άλλες φορές, αδιαφορούσαν εντελώς. Για δεκαετίες, η πυροσβεστική δεν ήταν δημόσιο αγαθό. Ήταν επένδυση.
Το 1833, το Λονδίνο έκανε ένα βήμα προς τον εκσυγχρονισμό: συνένωσε τις μεγάλες ιδιωτικές ομάδες και δημιούργησε την London Fire Engine Establishment. Όμως και πάλι, η λειτουργία της παρέμενε στα χέρια των ασφαλιστών. Μόλις το 1865 το κράτος αποφάσισε να φτιάξει δημόσιο σώμα, ανεξάρτητο από τις ασφαλιστικές. Χρειάστηκαν σχεδόν 200 χρόνια για να θεωρηθεί η πυρόσβεση καθολικό δικαίωμα.
Το ίδιο συνέβη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην Αμερική του 18ου και 19ου αιώνα, πόλεις όπως η Φιλαδέλφεια, η Νέα Υόρκη και η Βοστώνη είχαν ανεξάρτητες ομάδες πυροσβεστών, συχνά ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Οι εταιρείες τις χρηματοδοτούσαν για να προστατεύουν ασφαλισμένα κτίρια, και σε μερικές περιπτώσεις υπήρχαν καταγγελίες για πυροσβέστες που άναβαν φωτιές για να δημιουργήσουν ανάγκη. Η φωτιά δεν ήταν μόνο κίνδυνος. Ήταν και επάγγελμα.
Η ιδέα του δημόσιου πυροσβεστικού σώματος, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, γεννήθηκε μέσα από μια εποχή όπου ο άνθρωπος έπρεπε να πληρώσει για να σωθεί. Πριν γίνει ήρωας, ο πυροσβέστης ήταν υπάλληλος. Και πριν γίνει κράτος, η προστασία ήταν δουλειά της αγοράς.