Ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί της. Οι δήμιοι αρνήθηκαν να την εκτελέσουν και πλήρωσαν 4 ζητιάνους να το κάνουν
Ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί της. Το ήξεραν. Και δεν το ανέβαλαν
Ήταν η εποχή που η πίστη μπορούσε να κοστίσει τη ζωή ενός ανθρώπου. Στην Αγγλία του 16ου αιώνα, η δημόσια δήλωση καθολικών πεποιθήσεων θεωρούνταν απειλή κατά του κράτους. Η Margaret Clitherow, σύζυγος ενός χασάπη και μητέρα τριών παιδιών, δεν έκρυψε ποτέ τις θρησκευτικές της πεποιθήσεις. Δεν δίδαξε μόνο την πίστη της με λόγια αλλά και με έργα, προσφέροντας στέγη και καταφύγιο σε διωκόμενους ιερείς. Αυτό ήταν αρκετό για να την καταδικάσουν σε θάνατο.
Στη δίκη της, το 1586, αρνήθηκε να απολογηθεί. Δεν το έκανε από αδιαφορία ή αλαζονεία, αλλά γιατί ήξερε ότι, αν μιλούσε, θα οδηγούσε άλλους σε καταδίκη. Σύμφωνα με τον νόμο της εποχής, η σιωπή της θεωρήθηκε παραδοχή ενοχής. Η ποινή που επιβλήθηκε ήταν από τις πιο φρικτές: θάνατος δια σύνθλιψης. Το σώμα θα ξαπλωνόταν ανάσκελα και πάνω του θα τοποθετούσαν μια βαριά ξύλινη πλάκα, την οποία θα φόρτωναν σιγά σιγά με πέτρες, μέχρι να συνθλιβεί ο θώρακάς της.
Ήταν έγκυος στο τέταρτο παιδί της. Το ήξεραν. Και δεν το ανέβαλαν. Όταν έφτασε η ώρα της εκτέλεσης, οι δύο επίσημοι δήμιοι αρνήθηκαν να εκτελέσουν τη διαδικασία. Είπαν όχι. Δεν είχαν τη δύναμη να συνθλίψουν μια γυναίκα που περίμενε παιδί. Και έτσι προσέλαβαν τέσσερις ζητιάνους να το κάνουν. Εκείνοι πήραν τα χρήματα και ολοκλήρωσαν την εντολή.
Η Margaret πέθανε σε ηλικία μόλις 30 ετών. Δεν φώναξε, δεν αντιστάθηκε. Κρατούσε στα χέρια της έναν λίθο που συμβόλιζε την πίστη της. Το σώμα της θάφτηκε βιαστικά, χωρίς τιμές. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα πού ακριβώς.
Η ιστορία της έμεινε ζωντανή όχι για το τέλος της, αλλά για τη σιωπή της. Για εκείνο το «δεν μιλάω» που δεν ήταν λιποψυχία αλλά απόφαση να μη φορτώσει τον πόνο της σε άλλους. Για εκείνους τους δήμιους που δεν άντεξαν να εκτελέσουν μια εντολή, κι ας ήταν μέρος της δουλειάς τους. Και για τους τέσσερις άγνωστους φτωχούς που, από ανάγκη ή φόβο, δέχτηκαν να σηκώσουν το βάρος.