ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Νικηφόρος Φωκάς, ο Άγιος Αυτοκράτορας και Στρατηλάτης της Ρωμανίας [919 – 11 Δεκεμβρίου του 969]

Ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Άγιος Αυτοκράτορας και Στρατηλάτης της Ρωμανίας, ένα κείμενο από την 17χρονη Ευαγγελία Λάππα.

Νικηφόρος Φωκάς, ο Άγιος Αυτοκράτορας και Στρατηλάτης της Ρωμανίας [919 – 11 Δεκεμβρίου του 969]
Συντάκτης: Sportime Team Χρόνος ανάγνωσης: 10 λεπτά

Ο Άγιος Νικηφόρος Φωκάς γεννήθηκε στην Καππαδοκία, ως γιός του Βάρδα Φωκά το 919. Το 955, διορίσθηκε δομέστικος της Ανατολής από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ Πορφυρογέννητο. Ο Νικηφόρος είχε νυμφευθεί σε νεαρή ηλικία τη Στεφανώ, με την οποία απέκτησε ένα αγόρι, τον Βάρδα Φωκά. Μητέρα και γιος όμως πέθαναν νωρίς.

Γράφει η
Ευαγγελία Λάππα

Επί αυτοκράτορος Ρωμανού του Β’ ο Νικηφόρος Φωκάς ανέλαβε την προσπάθεια για την απελευθέρωση της Κρήτης, η οποία βρισκόταν υπό την κατοχή των Σαρακηνών από το 827. Τον Ιούλιο του 960, το μεγάλο στράτευμά του απεβιβάσθη και απέκλεισε το νησί, με σκοπό τη δυσχέρεια της έξωθεν ενίσχυσης των Σαρακηνών. Στη συνέχεια, επιχειρήθηκε η εκπόρθηση των πόλεων της νήσου, ιδιαίτερα του Χάνδακα (Ηρακλείου), του οποίου τελικά, η απελευθέρωση επετεύχθη την άνοιξη του 961.

Στις 2 Φεβρουαρίου 962, ο αυτοκράτωρ των Γερμανών Όθων Α’ εστέφθη από τον Πάπα, Αυτοκράτωρ των Ρωμαίων της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού έθνους», κάτι που προκάλεσε τη διαμάχη της Δύσης και της Ρωμανίας.

Στις αρχές του 962, ο Νικηφόρος Φωκάς, ως αρχιστράτηγος της Ανατολής, απελευθέρωσε από τους Άραβες τις πόλεις της Μικράς Ασίας, Ανάζορβο, Ταρσό, Δολίχη, Ιεράπολη, Μοψουεστία και Γερμανίκεια Καισαρείας (Μαράς). Στις 24 Δεκεμβρίου 962, με τη συμβολή του Ιωάννη Τσιμισκή, κατέλαβε το Χαλέπι της Συρίας, που ήταν και η έδρα του Άραβα εμίρη ενώ κατέλαβε και την ακρόπολη της πόλης στις Φεβρουαρίου 963.

Στις 15 Μαρτίου 963, ο αυτοκράτωρ Ρωμανός ο Β’ πέθανε και ύστερα από συσκέψεις που διενεργήθηκαν ανάμεσα σε Πατριάρχη, Σύγκλητο και ανώτερους παλατιανούς, απεφασίσθη να αναγορευθούν Αυτοκράτορες οι δύο ανήλικοι γιοί του Ρωμανού, Βασίλειος και Κωνσταντίνος και η αυτοκράτειρα Θεοφανώ να είναι επίτροπος τους, μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Ο Νικηφόρος Φωκάς, μόλις επληροφορήθη το θάνατο του αυτοκράτορα και κατ’ εντολήν της Θεοφανούς, πήγε στη Κωνσταντινούπολη, όπου διορίσθηκε Αρχιστράτηγος. Μόλις είδε τη Θεοφανώ, την ερωτεύτηκε αλλά και η αυτοκράτειρα τον ήθελε γιατί έβλεπε στο πρόσωπό του έναν αδιάφθορο και ειλικρινή προστάτη των συμφερόντων της δυναστείας. Ο ευνούχος Ιωσήφ Βρίγγας θέλοντας να αποτρέψει την επιρροή του Νικηφόρου Φωκά, επιχείρησε να τον συλλάβει (και πιθανώς να τον σκοτώσει) στην Κωνσταντινούπολη. Τελικά, ο Νικηφόρος εσώθη, με τη βοήθεια του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Πολυεύκτου, του οποίου είχε κερδίσει την υποστήριξη. Έπειτα, ο Ιωσήφ Βρίγγας προσπάθησε, χωρίς όμως αποτέλεσμα, να προσεταιριστεί τους στρατηγούς Ιωάννη Τσιμισκή και Ρωμανό Κουρκούα.

Στις 3 Ιουλίου 963, τα στρατεύματα του Νικηφόρου Φωκά, που έδρευαν στη Καισάρεια της Καππαδοκίας επαναστάτησαν. Τον ανεκήρυξαν αυτοκράτορα με πρωτοβουλία του Τσιμισκή και προήλασαν μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Μόλις έφτασαν απέναντι από την Βασιλεύουσα, ο Νικηφόρος Φωκάς ανακοίνωσε τα γεγονότα με επιστολές στον Βρίγγα, στον Πατριάρχη Πολύευκτο και στη Σύγκλητο, τους οποίους και κάλεσε να τον αναγνωρίσουν.

Ο Βρίγγας κήρυξε «εκτός νόμου» τους οπαδούς και τους συγγενείς του Φωκά και προσπάθησε να συλλάβει τον πατέρα του Βάρδα Φωκά και τον αδελφό του Λέοντα Φωκά. Ο Βάρδας Φωκάς κατέφυγε ως ικέτης στην Αγία Σοφία και ετέθη υπό την προστασία του Πατριάρχη Πολύευκτου ενώ ο Λέων Φωκάς κατόρθωσε να διαφύγει και να φτάσει στο στρατόπεδο του Νικηφόρου. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης και ένα ένοπλο τμήμα 3.000 ανδρών με αρχηγό τον Βασίλειο Λακαπηνό κατέλαβε το Ναύσταθμο, προσμένοντας το Νικηφόρο Φωκά και τα επαναστατημένα στρατεύματά του. Ο Νικηφόρος Φωκάς μπήκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο λαός τον υπεδέχθη και στις 16 Αυγούστου εστέφθη Αυτοκράτωρ στην Αγία Σοφία. Ο Βρίγγας κατέφυγε ικέτης στην Αγία Σοφία αλλά εξορίστηκε.

Είσοδος του Νικηφόρου Β’ Φωκά στην Κωνσταντινούπολη (Πηγή: ellinondiktyo.blogspot.com)

Ο Νικηφόρος Φωκάς συνέβαλε στην ίδρυση του πρώτου στην ιεραρχία μοναστηριού του Αγίου Όρους, την Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας το 963 και παρ’ όλο που επιθυμούσε να αποσυρθεί σε μοναστήρι, νυμφεύθηκε την αυτοκράτειρα Θεοφανώ στις 20 Σεπτεμβρίου 963. Το 964, περιόρισε τις μοναστηριακές και εκκλησιαστικές γαίες, που αποδυνάμωναν την ελεύθερη γεωργική ιδιοκτησία, βάση της εθνικής στρατολόγησης.

Επίσης περιορίστηκαν οι μισθοί των συγκλητικών, απηγορεύθη η δωρεά κτημάτων στην Εκκλησία και στα μοναστήρια καθώς και η πώληση των στρατιοτόπιων από τους στρατιώτες.

Τον Ιούλιο του 964, ο Φωκάς εκστράτευσε εναντίον των Αράβων στη Συρία, κατά τη διάρκεια της οποίας απελευθέρωσε τα Άδανα24, την Ανάζαρβο, την Ρωσσό της Αλεξανδρέττας25 και άλλες πόλεις – προπύργια. Την ίδια περίοδο απεστάλη εκστρατευτικό σώμα υπό τον Μανουήλ Φωκά26 στη Σικελία, με σκοπό την απελευθέρωσή της. Παρά τις αρχικές επιτυχίες, το στράτευμα περικυκλώθηκε και συνετρίβη από τους Σαρακηνούς. Το 965, μοίρα του στόλου, με το στρατηγό Νικήτα Χαλκούτση απελευθέρωσε την Κύπρο από τους Άραβες.

Στις 15 Ιουλίου 965, ο Νικηφόρος Φωκάς, έχοντας εκστρατεύσει για δεύτερη φορά, απελευθέρωσε τη Μοψουεστία και την Ταρσό στις 16 Αυγούστου 965. Την άνοιξη του 966, στην τρίτη εκστρατεία του, εισέβαλε στη Μεσοποταμία και έπειτα, στη Συρία, όπου κατέλαβε την Έδεσσα και την Ιεράπολη.

Το 965 ή το 966, αρνήθηκε την πληρωμή ετήσιου φόρου στους Βουλγάρους, μαστιγώνοντας και εκδιώκοντας τους εκπροσώπους τους από τη Κωνσταντινούπολη. Το 967, διεξήγαγε επιχειρήσεις στα βόρεια σύνορα, όπου κατέλαβε βουλγαρικά φρούρια.

Όντας όμως επιφορτισμένος για την ετοιμασία τέταρτης εκστρατείας στην Ανατολή, ανέθεσε το πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων στον ηγεμόνα των Ρώσων Σβιατοσλάβο28, ο οποίος τους αντιμετώπισε με επιτυχία. Η επιτυχία αυτή όμως αύξησε την αυτοπεποίθησή του. αποφάσισε όχι μόνο να κρατήσει τις καταληφθείσες περιοχές αλλά και να επιτεθεί σε εδάφη της Αυτοκρατορίας. Ο Νικηφόρος Φωκάς τότε συμμάχησε με τους Βουλγάρους εναντίον των Ρώσων.

Στη Δύση όμως ο Γερμανός αυτοκράτωρ Όθων, έχοντας κατακτήσει τη Βόρεια Ιταλία, άρχισε να απειλεί τις μουσουλμανικές κτήσεις της Σικελίας και τις Ελληνικές της Νότιας Ιταλίας, στις οποίες επετέθη ανεπιτυχώς. Στις 4 Ιουνίου 968, έστειλε στην Κωνσταντινούπολη τον επίσκοπο της Κρεμόνας Λιουτπράνδο με κύριο σκοπό την επίτευξη συνοικεσίου, μεταξύ της Πορφυρογέννητης κόρης της Θεοφανούς και του γιού του Όθωνα, απαιτώντας παράλληλα ως προίκα τις Ελληνικές κτήσεις στην Ιταλία. Αυτή η πρότασή του δεν έγινε δεκτή.

Το 967 ο Νικηφόρος Φωκάς εξέδωσε νόμους, με τους οποίους οι «δυνατοί» δηλαδή οι μεγαλοκτηματίες μπορούσαν να αγοράζουν κτήματα μόνο από «δυνατούς» και οι φτωχοί κτήματα φτωχών και ανατιμάτο η αξία των απαλλοτριωμένων στρατιωτικών κτημάτων από 4 σε 12 λίτρα χρυσού.

Τη Λαμπρή του 967, ο Αυτοκράτωρ διοργάνωσε γιορτές στον ιππόδρομο και προς τέρψη του λαού διέταξε μια ομάδα στρατιωτών να μπουν στη αρένα για μία προσομοίωση μονομαχίας. Οι θεατές πανικοβλήθηκαν με αυτό το θέαμα, έτρεξαν προς τις εξόδους με αποτέλεσμα πολλοί να ποδοπατηθούν και να χάσουν τη ζωή τους. Μετά το πέρας της γιορτής ο Νικηφόρος βγήκε στους δρόμους, όπου απεδοκιμάσθη από συγγενείς των θυμάτων. Μάλιστα μία γυναίκα τον πετροβόλησε από την ταράτσα του σπιτιού της, χωρίς όμως να τον πετύχει. Η αυτοκρατορική φρουρά τη συνέλαβε και κατεδικάσθη να καεί ζωντανή.

Τον Ιούλιο του 968, ο Νικηφόρος Φωκάς ξεκίνησε την τέταρτη εκστρατεία του, στην οποία κατέλαβε τις συριακές πόλεις Επιφάνεια, Έμεσα, Γάβαλα, Άρκα, Λαοδίκεια και Τρίπολη. Οι πολυετείς του προσπάθειες δικαιώθηκαν αργότερα, με την οριστική κατάκτηση της Αντιόχειας, από τους στρατηγούς Πέτρο Φωκά και Μιχαήλ Βούρτζη, στις 28 Οκτωβρίου του 969. Σύντομα κατελήφθη και το Χαλέπι, όπου ο Άραβας εμίρης αναγνώρισε τη κυριαρχία της Ρωμανίας. Οι επιτυχίες του Νικηφόρου Φωκά στην Ανατολή εξουδετέρωσαν ολοκληρωτικά την αραβική απειλή για πολλές δεκαετίες ενώ παράλληλα αποκατέστησαν την παρουσία της Ρωμανίας μέχρι τη Μεσοποταμία.

Το 969, με την εισβολή του Γερμανού αυτοκράτορος Όθωνος στην Κάτω Ιταλία, ο Νικηφόρος Φωκάς διέταξε τον στρατηγό του Θέματος της Λογγιβαρδίας Ευγένιο να αντεπιτεθεί. Ο Ευγένιος ξεκινώντας από την Βάρη, προήλασε μέχρι την Καπύη, από όπου και επέβαλε στους δούκες της Νεάπολης και του Σαλέρνου να δηλώσουν τη πίστη τους στον αυτοκράτορα. Έτσι οι Γερμανοί εξεδιώχθηκαν για δεύτερη φορά από τη Κάτω Ιταλία.

Η συνεχής πολεμική δραστηριότητα της Ρωμανίας για μια ολόκληρη εξαετία, κούρασαν κι έφθειραν τον στρατό της Ρωμανίας και επροκλήθη λαϊκή δυσφορία. Οι σημαντικές φορολογικές και γενικότερα οι οικονομικές επιβαρύνσεις του πληθυσμού μετέτρεψαν τον αρχικό ενθουσιασμό, για τις στρατιωτικές νίκες, σε δυσαρέσκεια και σταδιακά σε οργή για τον αυτοκράτορα.

Η Θεοφανώ, ευρισκόμενη σε επαφή με τον εξόριστο τότε Ιωάννη Τσιμισκή έπεισε τον Νικηφόρο να τον επαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη και να του παραχωρήσει κάποια κτήματα στη Χαλκηδόνα. Αυτή όμως η απόφαση, απεδείχθη μοιραία για τον αυτοκράτορα, καθώς ο Τσιμισκής, μετά την επιστροφή του, άρχισε να συνωμοτεί εναντίον του με τους συνεργάτες του, Μιχαήλ Βούρτζη, Αρμένιο Ισαάκ, Λέοντα Βαλάντη, Λέοντα Πεδιάσιμο και Ιωάννη Ατζυποθεόδωρο.

Το βράδυ της 11ης Δεκεμβρίου του 969, η Θεοφανώ επισκέφθηκε το Φωκά στο δωμάτιό του, σκοπεύοντας να κατασκοπεύσει τα μέτρα φρούρησης και μόλις είδε ότι δεν υπήρχαν, έφυγε. Έτσι, ο Τσιμισκής και οι συνεργάτες του όρμησαν στο δωμάτιο του Νικηφόρου και τον κατακρεούργησαν. Ο Αυτοκράτωρ μόλις που πρόλαβε να φωνάξει «Θεοτόκε βοήθει», πριν ξεψυχήσει.


Νόμισμα ιστάμενον.  Η Θεοτόκος και αριστερά της ο Βασιλεύς Νικηφόρος Β’ Φωκάς (Πηγή: ellinondiktyo.blogspot.com)

Ο Λέων ο Διάκονος στην Ιστορία του, αναφερόμενος στη δολοφονία του Φωκά, σχολιάζει ότι αν αυτή δεν είχε συμβεί, ο Αυτοκράτωρ θα έφτανε τα σύνορα της Ρωμανίας από εκεί που ανατέλλει ο ήλιος (Ινδία), έως εκεί που δύει (δηλαδή την δυτική Ευρώπη). Στο τάφο του Νικηφόρου Φωκά χαράχθηκε η εξής επιγραφή: «ὤ πλήν γυναικός, τά δ’ ἄλλα Νικηφόρος» (Ο Νικηφόρος τους νίκησε όλους εκτός από μια γυναίκα).

Ένα ποίημα για τον μέγα Αυτοκράτορα:

Άγιος Νικηφόρος Φωκάς

 

Άγιε Νικηφόρε Φωκά λαμπρέ.

Της αγιοτόκου Καππαδοκίας βλαστέ.

Άγιε της Ρωμανίας, τιμημένε στρατηγέ.

Των αλύτρωτων πατρίδων ελευθερωτή.

Άγιε Αυτοκράτωρ εσύ και ασκητή.

***

Ήταν η Ρωμανία βυθισμένη σε κρίση

δίχως Αυτοκράτορα είχε μείνει…

Οι συνωμοσίες είχαν ξεχειλίσει…

Ποιος την εξουσία θα κερδίσει;

***

Τότε αυτοκράτορα σ’ ανέβασε ο στρατός,

τι κι αν ήθελες να γίνεις μοναχός.

Στη Βασιλεύουσα μπήκες νικητής,

και σώπασε κάθε παράνομος διεκδικητής.

***

Την Κρήτη, την Κύπρο, την Κιλικία,

Συρία λευτέρωσες και Καππαδοκία.

Πολέμησες πολλούς κατακτητές βαρβάρους,

Άραβες, Ρώσους, Γερμανούς και Βουλγάρους.

***

Χαίρε του Άγιου Όρους προστάτη.

Άγιε Νικηφόρε Φωκά Στρατηλάτη.

Χάρισες νίκες λαμπρές στη Ρωμανία,

ολόχρυσες σελίδες έγραψες στην ιστορία.

***

Να συγκρουστείς δεν φοβήθηκες εσύ

με τους Φράγκους, που σ’ είχαν καπηλευτεί,

είχαν το βασιλικό σου τίτλο σφετεριστεί,

για να φανούν από εσέ ανώτεροι αυτοί!

***

Έπεσες θύμα αισχρής συνωμοσίας,

μιας απ’ τις πολλές στην πορεία της ιστορίας…

***

Ενδέκατη νύχτα ήταν του Δεκέμβρη,

κρύο φυσούσε στην Πόλη αγέρι,

κόψαν δια ξίφους την εγκόσμια ζωή σου,

έφυγε στα ουράνια η άγια ψυχή σου.

Ευαγγελία Κ. Λάππα

12 Σεπτεμβρίου 2022


Η περίφημη τοιχογραφία του Νικηφόρου Φωκά με φωτοστέφανο στο καθολικό (=κεντρικό ναό) της Μεγίστης Λαύρας, έργο του κορυφαίου αγιογράφου του 16ου αιώνα Θεοφάνη του Κρητός (Πηγή: Έλληνας Ορθόδοξος)

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης χαρακτήρισε τον Νικηφόρο Φωκά ως ζηλωτή του μοναχικού βίου, «μέγαν ἐν βασιλεῦσι καί πολύν τήν ἀνδρείαν καί τήν ἀρετήν», τον οποίο ο Θεός αξίωσε «ὡς γέρας (βραβείον) ἄξιον» να εκπορθήσει τις βαρβαρικές πόλεις. Τον επαίνεσε, διότι έζησε μέσα στον κόσμο ως μοναχός με μακρές νηστείες και κοιμώμενος κάτω στο σκληρό πάτωμα, γεγονός που βεβαιώνουν και οι βιογράφοι του Αυτοκράτορα. Τον τίμησε,  γράφοντας, ότι ξεπέρασε τους μοναχούς των ορέων με τις αγρυπνίες του, τις συνεχείς γονυκλισίες και με τη σωφροσύνη του.

Ο Νικηφόρος Φωκάς ανεκηρύχθη Άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία και η μνήμη του τιμάται την ημέρα της φρικτής δολοφονίας του, την 11η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Τιμήθηκε ως άγιος αρκετά νωρίς, αφού η ασματική ακολουθία του (το υμνογραφικό έργο που ψάλλεται στην εορτή του) καταγράφεται σε παλαιό χειρόγραφο του Αγίου Όρους. Το έργο αυτό συμπληρώθηκε από τον σύγχρονο υμνογράφο μητροπολίτη Ρόδου Κύριλλο Κογεράκη, κρητικής καταγωγής, και περιελήφθη στον τόμο Κρητικόν Πανάγιον, που περιέχει τις εικόνες και τις ακολουθίες όλων των Κρητικών αγίων και των αγίων που έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στην ιστορία του κρητικού λαού.

Ευαγγελία Κ. Λάππα

Exit mobile version