Μια από τις πιο παλιές ερωτήσεις της ανθρωπότητας για το θάνατο: όταν πεθαίνουμε, ξέρουμε ότι έχουμε πεθάνει;
Το ερώτημα αν γνωρίζουμε ότι πεθαίνουμε είναι αρχαίο όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Τι λέει η Ορθοδοξία και ποιες οι ενδείξεις από τη σύγχρονη επιστήμη;
Ο άνθρωπος από την πρώτη στιγμή που συνειδητοποίησε την ύπαρξή του, συνειδητοποίησε και το τέλος της. Το ερώτημα όμως παραμένει αναλλοίωτο στους αιώνες: όταν πεθαίνουμε, το καταλαβαίνουμε; Είμαστε παρόντες στο ίδιο μας το φευγιό;
Η Ορθόδοξη Χριστιανική Παράδοση διδάσκει με σεβασμό και ακρίβεια ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά πέρασμα. Ο άνθρωπος δεν χάνεται, αλλά αλλάζει τρόπο ύπαρξης. Η ψυχή, αθάνατη και ενσυνείδητη, δεν χάνει τη συνείδηση του εαυτού της τη στιγμή της αποχώρησης από το σώμα. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει χαρακτηριστικά πως η ψυχή, ακόμη και χωρισμένη από το σώμα, συναισθάνεται, βλέπει, κρίνει και γνωρίζει.
Η Εκκλησία μιλά για το «τελωνείο των ψυχών», τις πνευματικές δοκιμασίες που περνά η ψυχή μετά την έξοδο της από το σώμα. Αυτό συνεπάγεται ότι όχι μόνο γνωρίζει την κατάστασή της, αλλά συμμετέχει ενεργά στο πέρασμα αυτό, με πλήρη επίγνωση των πνευματικών της έργων.
Η επιστήμη από την άλλη, έχει αρχίσει μόλις πρόσφατα να αγγίζει το θέμα. Σε ορισμένες μελέτες, ασθενείς που «επέστρεψαν» από την κλινική νέκρωση ανέφεραν πως είχαν συνείδηση του γεγονότος ότι βρίσκονταν έξω από το σώμα τους, ενώ μπορούσαν να περιγράψουν με ακρίβεια πράγματα που συνέβαιναν γύρω τους, την ώρα που θεωρούνταν κλινικά νεκροί. Δεν είναι «απόδειξη», αλλά είναι ένδειξη ότι κάτι παραμένει ξύπνιο και μετά την παύση των ζωτικών λειτουργιών.
Η φιλοσοφία, από τον Πλάτωνα ως τον Ντοστογιέφσκι, ψάχνει να δώσει νόημα σε αυτή τη στιγμή. Για πολλούς, η επίγνωση του θανάτου είναι ταυτόχρονα η υπέρβαση του — μια αφύπνιση που ανοίγει πόρτες σε άλλες πραγματικότητες, όχι σε αφανισμό.
Αν λοιπόν αναρωτιόμαστε αν «ξέρουμε» ότι πεθαίνουμε, η απάντηση ίσως δεν είναι ούτε επιστημονική, ούτε πλήρως απτή. Αλλά σύμφωνα με την Ορθόδοξη πίστη, η ψυχή το ξέρει — και συνεχίζει να υπάρχει, να προσεύχεται, να πορεύεται προς τον Θεό. Δεν είναι μια απώλεια, αλλά μια αναχώρηση. Και γι’ αυτό ακριβώς τελούμε τρισάγια, μνημόσυνα, προσευχές για τους κεκοιμημένους: γιατί εκείνοι δεν έπαψαν να είναι μαζί μας — απλώς δεν τους βλέπουμε πια.