Ο άνθρωπος που εξήγησε τη βαρύτητα, αλλά μιλούσε μόνο σε βιβλία, δεν εμπιστεύτηκε ποτέ κανέναν και έτρωγε μόνος σε σκοτεινά δωμάτια.
Ο άνθρωπος που εξήγησε τη βαρύτητα δεν άντεχε ούτε έναν άνθρωπο στο ίδιο δωμάτιο. Ο Ισαάκ Νεύτων έζησε μόνος, χωρίς φίλους, χωρίς αγάπη, με μόνο του σύντροφο τα μαθηματικά και τον Θεό.
Δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που έζησαν μοναχικά, αλλά ο Ισαάκ Νεύτων δεν ήταν απλώς μοναχικός. Ήταν δυσπρόσιτος, ψυχρός, καχύποπτος και συχνά αγενής. Ποτέ δεν παντρεύτηκε, δεν υπάρχει καμία καταγεγραμμένη σχέση στη ζωή του και για πολλά χρόνια δεν είχε ούτε έναν άνθρωπο να τον αντέχει δίπλα του. Το μυαλό του κινούνταν σε άλλους κόσμους, αλλά η καρδιά του έμενε κλειστή για όλους.
Από τα φοιτητικά του χρόνια στο Κέιμπριτζ, έδειξε πόσο διαφορετικός ήταν. Οι συμφοιτητές του τον απέφευγαν λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του και των απότομων αντιδράσεών του. Ήταν ο τύπος που μπορούσε να εργαστεί ασταμάτητα για μέρες, χωρίς ύπνο ή φαγητό, αν τον απασχολούσε ένα πρόβλημα φυσικής. Και ήταν επίσης ο τύπος που μπορούσε να κρατήσει μανία και μίσος για δεκαετίες αν ένιωθε ότι κάποιος του πήρε την “δόξα”.
Ο μόνος άνθρωπος που κατάφερε να πλησιάσει έστω και λίγο την καθημερινότητά του ήταν ο John Wickins, ένας φοιτητής με τον οποίο συγκατοίκησε για πέντε χρόνια. Ο Wickins φρόντιζε τον Νεύτωνα σχεδόν σαν νοσοκόμος: του υπενθύμιζε να φάει, τον ηρεμούσε όταν κάτι τον εκνεύριζε, τον βοηθούσε στα πειράματά του. Και όμως, κάποια στιγμή η σχέση έσπασε. Ο Wickins έφυγε και δεν ξαναμίλησε ποτέ για εκείνη την περίοδο. Ούτε στους δικούς του.
Ο Νεύτων είχε εμμονές. Πέρα από τη φυσική και τα μαθηματικά, τον κατανάλωνε η θεολογία και ο αποκρυφισμός. Ξόδεψε χρόνια γράφοντας για τη χρονολόγηση της Αποκάλυψης, ερμηνεύοντας προφητείες και προσπαθώντας να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα δεν ήταν ισότιμο με τον Θεό Πατέρα — απόψεις που τον έφερναν σε σύγκρουση με την επίσημη εκκλησία. Δεν μοιραζόταν τις απόψεις του εύκολα. Τις έκρυβε. Τις κλείδωνε. Όπως έκανε και με τα συναισθήματά του.
Η λίστα των εχθρών του είναι μακρά. Ο Ρόμπερτ Χουκ, ο Γκότφριντ Λάιμπνιτς, ακόμα και συνεργάτες του Βασιλικού Ινστιτούτου, τον βίωσαν ως απόλυτο, μνησίκακο και ικανό να κινηθεί με ίντριγκα όταν ένιωθε πως απειλείται. Ήταν, όμως, και ένα μυαλό που έβλεπε εκεί που κανείς άλλος δεν έβλεπε. Έβαλε τάξη στο σύμπαν, δημιούργησε τα θεμέλια της κλασικής μηχανικής και μελέτησε το φως με τέτοιο πάθος, που έβαζε λεπίδες στα μάτια του για να πειραματιστεί με την όραση.
Όταν πέθανε, το 1727, στα 85 του χρόνια, είχε τιμηθεί όσο ελάχιστοι επιστήμονες. Θάφτηκε με τιμές στο Αβαείο του Γουεστμίνστερ, ανάμεσα σε βασιλείς. Αλλά αν έψαχνες για πρόσωπα που τον αγαπούσαν, που μοιράστηκαν τη ζωή του, που μπορούσαν να πουν ότι τον ήξεραν πραγματικά, δύσκολα θα έβρισκες έστω και έναν.