Ο Φίνος δεν την ήθελε γιατί είχε παίξει σε μέτριες ταινίες. Κι όμως, έγινε το πιο λαμπερό κορίτσι του ελληνικού σινεμά
Ήταν μόλις 21 χρονών όταν ο πιο ισχυρός παραγωγός του ελληνικού κινηματογράφου είπε πως «είχε ήδη φθαρεί». Είχε παίξει σε μερικές ταινίες που δεν είχαν πάει καλά και, για τον Φίνο, αυτό ήταν αρκετό. Δεν την ήθελε. Εκείνη όμως δεν σταμάτησε. Και όχι μόνο δεν σταμάτησε — έγινε η πιο ζωντανή, λαμπερή, αφοπλιστική παρουσία που...
Ήταν μόλις 21 χρονών όταν ο πιο ισχυρός παραγωγός του ελληνικού κινηματογράφου είπε πως «είχε ήδη φθαρεί». Είχε παίξει σε μερικές ταινίες που δεν είχαν πάει καλά και, για τον Φίνο, αυτό ήταν αρκετό. Δεν την ήθελε. Εκείνη όμως δεν σταμάτησε. Και όχι μόνο δεν σταμάτησε — έγινε η πιο ζωντανή, λαμπερή, αφοπλιστική παρουσία που πέρασε ποτέ από τα μιούζικαλ και τις επιθεωρήσεις.
Η Μάρθα Καραγιάννη ξεκίνησε σαν παιδί-θαύμα. Στα 8 της χόρευε ήδη στη Λυρική Σκηνή. Στα 16 έκανε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση. Χορός, σινεμά, θέατρο, τηλεόραση — δεν υπήρξε σκηνή που να μην τη φώτισε. Την ανακάλυψαν να χορεύει σε κέντρο διασκέδασης. Ένας τυχαίος ρόλος την έφερε στην επιθεώρηση. Και από εκεί, με πείσμα και χάρη, έφτασε να γίνει σύμβολο.
Η συνεργασία της με τον Γιάννη Δαλιανίδη δεν ήταν απλώς πετυχημένη. Ήταν μυθική. Εκείνος της ζήτησε να αφήσει την εικόνα της λαμπερής χορεύτριας και να δοκιμαστεί στην κωμωδία. Εκείνη δίστασε. Της φάνηκε ότι της έπαιρναν τη λάμψη. Κι όμως, ακολούθησε τη συμβουλή. Και με αυτό το πέρασμα, η Μάρθα έφτιαξε καριέρα που άντεξε δεκαετίες.
Δεν τραγουδούσε απλώς, δεν χόρευε απλώς. Ζούσε κάθε ρόλο με μια φλόγα που δεν έσβηνε ποτέ. Από το «Ο άντρας που θα παντρευτώ» μέχρι το «Μαριχουάνα Στοπ», από το «Γοργόνες και Μάγκες» μέχρι το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», ήταν πάντα εκεί. Γοητευτική, ετοιμόλογη, αστεία. Έκανε το κοινό να γελάει, να σιγοτραγουδάει, να αγαπάει τη ζωή.
Στην προσωπική της ζωή έζησε με πάθος. Παντρεύτηκε νωρίς, έχασε παιδί, αγάπησε αληθινά, χώρισε, ταξίδεψε, δήλωσε «πολίτης του κόσμου». Έγραψε για τη ζωή της και άφησε πίσω της δύο βιβλία που θυμίζουν γιατί ήταν μοναδική. Ήξερε να γελάει με τον εαυτό της, ήξερε πότε να αποχωρεί, ήξερε πότε να επιστρέφει.
Η τέφρα της σκορπίστηκε στον Σαρωνικό. Όπως το κύμα δεν φυλακίζεται, έτσι και η Μάρθα δεν χώρεσε ποτέ σε κατηγορίες. Δεν ήταν μόνο καλλονή, ούτε μόνο χορεύτρια, ούτε μόνο κωμικός. Ήταν ένα φως που φώτισε όλα τα είδη του θεάματος. Και τελικά, εκείνο το κορίτσι που ο Φίνος θεώρησε «μέτριο παρελθόν», έγινε το πιο λαμπερό κορίτσι του ελληνικού κινηματογράφου.