Ο μεθυσμένος νονός έκανε μια γκάφα στη βάφτιση του οπλαρχηγού που θα τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή
Ένα μεθύσι, μια βάφτιση και ένα όνομα που από αστείο έγινε θρύλος.
Όταν ένας οπλαρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης γεννιέται μέσα σε μια ιστορία που μοιάζει βγαλμένη από παραμύθι, το όνομα του δεν είναι απλώς ένα σημείο αναφοράς. Είναι η αρχή ενός μύθου. Ο Δημήτριος Ξηρός, που έμεινε στην ιστορία ως Πανουργιάς, κουβαλούσε ένα όνομα που δεν του δόθηκε με σκέψη ή σχεδιασμό. Αντίθετα, του απονεμήθηκε από λάθος, μέσα σε μια βάφτιση που έγινε σε περίεργες συνθήκες. Κατά μία εκδοχή, ο νονός ήταν μεθυσμένος και πέρασε το βρέφος για κορίτσι. Το βάφτισε Πανωραία. Ο πατέρας του παιδιού, βαθιά ευσεβής, αρνήθηκε να αλλάξει το όνομα, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο θα προσέβαλε το μυστήριο. Έτσι, το κορίτσικο όνομα έγινε το σημάδι της ζωής του παιδιού. Με τα χρόνια, η λέξη «Πανωραία» παραμορφώθηκε σε «Πανουργιάς», και από ειρωνεία, έγινε τίτλος τιμής. Άλλοι λένε πως την ώρα της βάφτισης έγινε επιδρομή Τούρκων και όλα έγιναν βιαστικά και μπερδεμένα. Όποια εκδοχή κι αν ισχύει, η ουσία παραμένει η ίδια: ένα τυχαίο γεγονός γέννησε μια ολόκληρη ταυτότητα.
Ο Πανουργιάς γεννήθηκε γύρω στο 1767 στο χωριό Δρέμισα της Φωκίδας, το οποίο αργότερα πήρε το όνομά του. Γιος βοσκού, μεγάλωσε στις πλαγιές του Παρνασσού, σε μια εποχή όπου το να είσαι φτωχός και Ρωμιός σήμαινε να ζεις με τον φόβο. Από νωρίς μπήκε στον κόσμο των κλεφτών. Άλλοι λένε πως είχε μπλεξίματα για ερωτικούς λόγους, άλλοι πως σκότωσε δύο Τούρκους μπέηδες. Η κατάληξη ήταν ίδια: κυνηγημένος, βγήκε στα βουνά. Εκεί συνάντησε τον πιο απροσδόκητο προστάτη — έναν Οθωμανό. Ο Δελή Αχμέτ, συγκινημένος από τη γενναιότητα του νεαρού, του χάρισε τη ζωή και τον πήρε κοντά του. Μαζί του έγινε πρωτοπαλίκαρο, και όταν ο Αχμέτ πέθανε, ο Πανουργιάς πήρε τη θέση του. Δεν ήταν απλώς αρχηγός ληστοσυμμορίας. Έγινε οργάνωση, ένοπλο κύτταρο αντίστασης. Όταν ήρθε η ώρα, δεν δίστασε να συνεργαστεί με τον Ανδρούτσο και να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις του Κατσώνη την εποχή των Ορλωφικών.
Η κλεφτουριά δεν ήταν μόνο ανταρσία, ήταν και πολιτική. Ο Αλή Πασάς, ο απόλυτος άρχοντας της Ηπείρου, τον διόρισε αρματολό της Αμφίσσης για να τον ελέγξει. Όμως σύντομα τον αντικατέστησε, θεωρώντας τον επικίνδυνο. Τον παρακολούθησε στενά, αλλά όταν ξέσπασε η ρήξη με τον Σουλτάνο, του έδωσε πάλι το ελεύθερο. Τότε ήταν που ο Πανουργιάς μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και πήρε τη μεγάλη απόφαση. Στις 24 Μαρτίου 1821 ξεσήκωσε την Παρνασσίδα. Δύο μέρες μετά, απελευθέρωσε την Άμφισσα και πολιόρκησε το κάστρο της. Δέκα μέρες χρειάστηκαν για να πέσει. Ήταν από τους πρώτους που έδρασαν στην ξηρά. Και δεν σταμάτησε εκεί.
Στο Χάνι της Γραβιάς πολέμησε δίπλα στον Δυοβουνιώτη, καλύπτοντας το σχέδιο του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ήταν η φωνή της γης της Ρούμελης, που ήξερε κάθε μονοπάτι και κάθε κρυφό πέρασμα. Η απουσία του από τη μάχη των Βασιλικών λόγω ασθένειας δεν τον έκανε λιγότερο παρόντα. Έστειλε τον γιο του, Νάκο, επικεφαλής του σώματος του. Ήταν μια από τις πρώτες φορές που φάνηκε πως το όνομα Πανουργιάς είχε γίνει ολόκληρη στρατιωτική σχολή, όχι μόνο μια φιγούρα.
Στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου πήγε ως εκπρόσωπος της Αμφίσσης. Είχε ήδη χαράξει πορεία πέρα από το όπλο. Σχεδίασε την καύση των σιτηρών στην κάθοδο του Δράμαλη, ώστε να μην έχουν ανεφοδιασμό οι Τούρκοι. Παραιτήθηκε από τον αγώνα λόγω ηλικίας, μα δεν αποσύρθηκε. Ξαναβγήκε στον αγώνα το 1824, όταν οχυρώθηκε στην Άμπλιανη και απέκρουσε τους πασάδες Γιουσούφ και Αμπάζ. Το όνομά του ακουγόταν παντού, αλλά ποτέ δεν έγινε μέρος των εμφυλίων. Ακόμα και όταν προσπάθησε να σώσει τον Ανδρούτσο, ερχόμενος σε σύγκρουση με τον ίδιο του τον γιο, έδειχνε έναν παλιό κόσμο που σιγά-σιγά έσβηνε.
Το 1833, του ζήτησαν να είναι μέλος της επιτροπής που θα αξιολογούσε τους αγωνιστές. Ο ίδιος είχε γίνει θεσμός. Πέθανε ένα χρόνο μετά, στην Άμφισσα, ήσυχα. Το όνομα που κάποτε δόθηκε από λάθος, χωρίς πρόθεση, είχε γίνει σύμβολο εξυπνάδας, ευστροφίας και ντόμπρας λεβεντιάς. Ίσως γι’ αυτό δεν προσπάθησε ποτέ να το αλλάξει. Το είχε αγαπήσει γιατί ήταν αληθινό, όπως κι εκείνος.