«Ο Νέρων παρουσίαζε έναν έφηβο ως σύζυγό του ντυμένο νύφη
Ο Νέρων ευνούχισε έναν έφηβο, τον έντυσε νύφη και τον παρουσίαζε ως σύζυγό του. Η πιο ακραία ένωση εξουσίας και παραλογισμού στην Ιστορία της Ρώμης.
Ήταν η πιο εκκεντρική και ακραία μορφή εξουσίας που είδε ποτέ η Ρώμη. Ο Νέρων, αυτοκράτορας από το 54 έως το 68 μ.Χ., έγινε γνωστός για τη σκληρότητα, την υπερβολή και την απώλεια κάθε επαφής με την πραγματικότητα. Αλλά μέσα σε όλα αυτά, υπήρξε μια ιστορία που ακόμη και οι σύγχρονοί του τη θεώρησαν παρανοϊκή: ο γάμος του με ένα αγόρι, που το ευνούχισε για να το κάνει γυναίκα.
Το αγόρι λεγόταν Σπόρος (Sporus). Οι αρχαίοι ιστορικοί γράφουν πως έμοιαζε εντυπωσιακά με την Ποππαία Σαβίνα, την τελευταία σύζυγο του Νέρωνα. Ο ίδιος ο Νέρων είχε σκοτώσει την Ποππαία χτυπώντας την στην κοιλιά ενώ ήταν έγκυος. Μετάνιωσε; Εμμονή; Ψύχωση; Κανείς δεν ξέρει. Το μόνο βέβαιο είναι πως διέταξε να ευνουχίσουν τον Σπόρο, ώστε να μην αναπτυχθεί σαν άντρας, και άρχισε να τον ντύνει με γυναικεία ρούχα.
Τον παρουσίαζε ως σύζυγό του σε δημόσιες τελετές. Σε γιορτές. Στο παλάτι. Μπροστά σε γερουσιαστές και στρατηγούς. Όχι ως παλλακίδα, αλλά ως αυτοκρατορική σύζυγο. Σε ένα ταξίδι τους στην Ελλάδα, τον έντυσε ακόμα και με νυφικό, και αναφέρεται ότι τον φώναζε «Ποππαία». Οι πηγές αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Σπόρος δεν είχε καμία επιλογή.
Ήταν μια εποχή που οι σχέσεις εξουσίας, φύλου και σεξουαλικότητας ήταν περίπλοκες, αλλά ακόμα και τότε, αυτό θεωρήθηκε ακραίο. Ο ιστορικός Δίων Κάσσιος γράφει πως όλη η Ρώμη γνώριζε αυτή τη «γάμηλια παρωδία» και την παρακολουθούσε με τρόμο ή αμηχανία. Ο Τάκιτος, πιο φειδωλός, τη χαρακτηρίζει πράξη ακραίας παρακμής.
Το τέλος του Σπόρου ήταν εξίσου σκοτεινό. Μετά τον θάνατο του Νέρωνα, έπεσε στα χέρια άλλων ισχυρών ανδρών, που τον εξευτέλισαν. Τελικά, αναγκάστηκε να αυτοκτονήσει, όπως χιλιάδες άλλοι που κάποτε βρέθηκαν κοντά στην εξουσία και έμειναν μόνοι όταν εκείνη χάθηκε.
Η ιστορία του Σπόρου δεν είναι μόνο ένα ιστορικό παράδοξο. Είναι μια σιωπηλή κραυγή για το τι μπορεί να κάνει η εξουσία όταν δεν έχει όρια — και όταν παύει να βλέπει τον άλλον ως άνθρωπο.