Όλα ξεκίνησαν με ένα πτώμα στα σοκάκια του Ανατολικού Λονδίνου και μετά άρχισε ο εφιάλτης
Το Ανατολικό Λονδίνο το 1888 έγινε σκηνικό τρόμου. Ένα πτώμα στα σοκάκια ήταν μόνο η αρχή.
Ήταν ξημερώματα, 3 Απριλίου 1888, όταν το σώμα μιας γυναίκας εντοπίστηκε στην περιοχή του Whitechapel. Η Emma Smith, τραυματισμένη βάναυσα, κατέληξε λίγες ώρες αργότερα στο νοσοκομείο. Η αστυνομία σημείωσε τη δολοφονία ως μεμονωμένο περιστατικό, αποτέλεσμα συμμορίας. Κανείς δεν φανταζόταν πως αυτό ήταν το πρώτο κεφάλαιο σε μια σειρά φόνων που θα συγκλόνιζαν τον κόσμο.
Το Whitechapel ήταν ήδη μια περιοχή φτώχειας, εξαθλίωσης και βίας. Χιλιάδες γυναίκες εργάζονταν ως ιερόδουλες, προσπαθώντας να επιβιώσουν. Η αστυνομία ήταν λίγη, οι νόμοι αδύναμοι και οι πολίτες παγωμένοι από τη σκληρή καθημερινότητα. Όταν στις 31 Αυγούστου βρέθηκε και δεύτερο πτώμα, η Mary Ann Nichols, κανείς δεν μπορούσε να αγνοήσει την επανάληψη.
Το σώμα της Mary Ann Nichols βρέθηκε με το λαιμό κομμένο, την κοιλιά ανοιγμένη, και τα ρούχα σηκωμένα. Ο τρόπος του φόνου δεν ήταν απλώς βίαιος – ήταν τελετουργικός. Η αστυνομία κατάλαβε πως είχε να κάνει με κάτι διαφορετικό. Δεν ήταν πια τυχαίοι ξυλοδαρμοί. Ήταν η αρχή ενός εφιάλτη που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει ή να σταματήσει.
Μέσα σε δύο μήνες, ακόμα τέσσερις γυναίκες βρέθηκαν νεκρές με παρόμοιο τρόπο. Annie Chapman, Elizabeth Stride, Catherine Eddowes, Mary Jane Kelly. Όλες δολοφονήθηκαν μέσα στη νύχτα, σε φτωχογειτονιές, σε σοκάκια ή φτηνά δωμάτια. Όλες ανήκαν στην ίδια κοινωνική τάξη. Και όλες άφησαν πίσω ένα ανατριχιαστικό σκηνικό.
Η βία δεν ήταν μόνο σωματική. Ήταν συμβολική. Τα σώματα διαμελίζονταν με χειρουργική ακρίβεια, σαν ο δολοφόνος να ήθελε να δείξει κάτι, να επικοινωνήσει τρόμο. Πράγματι, άρχισε να στέλνει γράμματα στην αστυνομία. Υπέγραφε ως “Jack the Ripper”. Το Λονδίνο πάγωσε. Τα πρωτοσέλιδα άλλαξαν. Ο φόβος έγινε καθημερινότητα.
Η αστυνομία έψαχνε χωρίς να βρίσκει. Οι θεωρίες ξεκινούσαν από γιατρούς μέχρι μέλη της βασιλικής οικογένειας. Οι συλλήψεις ήταν πρόχειρες. Ο Τύπος φούντωνε τον πανικό. Ο λαός ζητούσε αίμα – και προστασία. Αλλά ο Τζακ Αντεροβγάλτης εξαφανιζόταν μετά από κάθε φόνο. Χωρίς ίχνη. Χωρίς μάρτυρες. Μόνο σκοτάδι.
Στα τέλη του 1888, οι φόνοι σταμάτησαν απότομα. Κανείς δεν συνελήφθη ποτέ. Η υπόθεση έμεινε ανεξιχνίαστη. Η φήμη του Αντεροβγάλτη έγινε θρύλος. Οι δρόμοι του Whitechapel δεν ήταν πια απλώς επικίνδυνοι. Ήταν στοιχειωμένοι. Γιατί όλα ξεκίνησαν με ένα πτώμα – αλλά κανείς δεν ήξερε ποιος θα ήταν ο επόμενος.