Όταν κυκλοφόρησαν τα πρώτα αυτοκίνητα, οι εταιρείες άρχισαν να λένε χαζούς και απρόσεκτους τους πεζούς για να δικαιολογούν τα τροχαία
Δεν έφταιγαν οι πεζοί. Τους έκαναν να φαίνονται χαζοί. Για να σωθούν οι βιομηχανίες, εφηύραν μια λέξη και γύρισαν το παιχνίδι.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι δρόμοι των πόλεων ήταν γεμάτοι παιδιά που έπαιζαν, πωλητές που περπατούσαν ανάμεσα στις άμαξες, και γυναίκες που πήγαιναν στη λαϊκή με τα πόδια. Ο δρόμος ανήκε σε όλους. Ώσπου εμφανίστηκε το αυτοκίνητο — και άρχισε να σκοτώνει.
Τα πρώτα τροχαία δυστυχήματα σόκαραν την κοινωνία. Τα πρωτοσέλιδα μιλούσαν για “motor killings”, και οι οδηγοί θεωρούνταν επικίνδυνοι, ακόμα και δολοφόνοι. Οι δρόμοι δεν είχαν φανάρια ούτε διαβάσεις. Οι πεζοί είχαν προτεραιότητα — και ξαφνικά, δεν την είχαν.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες, φοβισμένες από την κατακραυγή, ανέθεσαν σε ειδικούς του marketing να αλλάξουν το αφήγημα. Δεν έφταιγε το αυτοκίνητο. Έφταιγε ο πεζός. Έτσι γεννήθηκε μια λέξη που δεν υπήρχε ποτέ πριν: jaywalker. Από το “jay”, που σήμαινε “βλάκας της επαρχίας”.
Με αφίσες, σχολικές εκστρατείες και γελοιογραφίες, άρχισαν να χλευάζουν όσους περνούσαν τον δρόμο “όπου να ’ναι”. Ο πεζός έγινε ξαφνικά ο απρόσεκτος, ο ενοχλητικός, ο επικίνδυνος. Οι δρόμοι έπαψαν να είναι κοινόχρηστοι. Έγιναν λεωφόροι για το αυτοκίνητο — και για όποιον πρόλαβε.
Το 1923 στο Κάνσας, οι πολίτες αντιστάθηκαν: πρότειναν νόμο για να απαγορευτούν τα αυτοκίνητα από το κέντρο της πόλης. Οι εταιρείες αντέδρασαν με τεράστιες καμπάνιες φόβου. Οι πεζοί έχασαν. Και από τότε, η ευθύνη για το ατύχημα άρχισε να βαραίνει εκείνον που περπατάει.
Μέχρι το 1930, οι περισσότεροι νόμοι είχαν αλλάξει. Ο πεζός έπρεπε να σταματάει, να κοιτάζει, να ζητά συγγνώμη που διασχίζει. Το αυτοκίνητο είχε κερδίσει. Όχι με όρους ασφάλειας. Με όρους προπαγάνδας.