×

Sportime BET

Media

ΠαραFootball

Editorial

Στοίχημα

Βαθμολογίες

Όταν ο Κοινούσης έπαιζε ακορντεόν με τον Τσιτσάνη


    Σπύρος Βασιλείου

Όταν ο Κοινούσης έπαιζε ακορντεόν με τον Τσιτσάνη


Στις 4 Μαρτίου 1940 γεννήθηκε στα Λειβάδια της Χίου ο Γιώργος Κοινούσης.

Ο Γιώργος Κοινούσης δεν είναι μια απλή περίπτωση καλλιτέχνη. Το σημειώνω αυτό, γιατί η μεγαλύτερη μερίδα του κοινού τον ξέρει μέσα από τις μεγάλες επιτυχίες, που έγραψε και παρουσίασε ο ίδιος στα χρόνια του ’70, με έναν ιδιαίτερο και διαφορετικό τρόπο. Αναφέρω ενδεικτικά τα τραγούδια «Δεν καταλαβαίνω τίποτα», «Τα παιδιά τα παιδιά τα φιλαράκια τα καλά», «Να ξαναγινόμαστε πάλι πιτσιρίκοι», «Αμερική, Αμερική»…

Πριν μπει όμως στη διαδικασία της ηχογράφησης των τραγουδιών του με τη δική του φωνή, που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Γιώργος Κοινούσης είχε μια διαδρομή ως συνθέτης, από τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και μετά, γράφοντας τη μουσική σε δεκάδες τραγούδια, που δισκογραφήθηκαν από τραγουδιστές όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Πόλυ Πάνου, η Γιώτα Λύδια, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μιχάλης Μενιδιάτης, ο Δημήτρης Μητροπάνος, ο Γιάννης Ντουνιάς και βεβαίως η Δούκισσα, με τη φωνή της οποίας στο τραγούδι «Άνθρωποι είμαστε», ο Κοινούσης γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία του ως δημιουργός.

Παράλληλα, όντας ο ίδιος μουσικός, συμμετείχε παίζοντας ακορντεόν στα λαϊκά κέντρα και στις ηχογραφήσεις, δίπλα σε κορυφαίους λαϊκούς συνθέτες και ερμηνευτές. Ακούγοντας μάλιστα πολλά από τα τραγούδια αυτά, δεν θα δίσταζα να τον χαρακτηρίσω ως δεξιοτέχνη του οργάνου.

«Ο κουμπάρος μου ο Τσιτσάνης»

Αυτή η λιγότερο γνωστή πτυχή της διαδρομής του Γιώργου Κοινούση θα μας απασχολήσει σήμερα. Η συμμετοχή του, ως ακορντεονίστας, στις ηχογραφήσεις των τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη, που πραγματοποιήθηκαν, σε πρώτη εκτέλεση, από το 1959 μέχρι το 1966.

Οι δυο τους μάλιστα συνδέονταν και με μια κουμπαριά, όπως θυμάται στο βιογραφία του ο Γιώργος Κοινούσης:

“Ν’ αρχίσω από τον Βασίλη. Τον Βασίλη ή Μπίλη όπως του άρεσε να τον λέμε. Τον πρωτογνώρισα όταν του έπαιξα ένα τραγούδι του και του έκανε εντύπωση το παίξιμό μου. Το είχε πει ο Μανώλης Αγγελόπουλος. Λεγόταν «Φαρίντα». Είχε ανατολίτικο χρώμα και στην αρχή του δίσκου έκανα ένα δικό μου σόλο με το ακορντεόν.

Από τότε γίναμε φίλοι. Με φώναξε στο σπίτι του και όλο με ρωτούσε να του πω τη γνώμη μου για τα τραγούδια που έφτιαχνε.

Το πρώτο τραπέζι μου το έκανε στον Μπόκαρη στην Κηφισιά.

Ήθελε να με ευχαριστήσει που έπαιξα πολύ όμορφα σ’ ένα τραγούδι του που το ’χε πει ο Καζαντζίδης. Το τραγούδι έλεγε: «Το ‘ξερα πως θα μου φύγεις». Θυμάμαι, εκείνη την ημέρα είχα δακρύσει από την ερμηνεία του Στέλιου. Και το είπε μια κι έξω. Πάντα έτσι ξηγιότανε ο Στέλιος. Με τον Μπίλη ήμουν μαζί του τρεις ολόκληρες σεζόν στο πάλκο. Γίναμε κουμπάροι. Με πάντρεψε η κόρη του Βικτώρια.

Πολλά έζησα με τον Τσιτσάνη. Αλλά θα κλείσω μ’αυτό.

Ήταν ο γιος του ο Κωστάκης περίπου δέκα χρονών και του έδινε το αυτοκίνητό του και έκανε βόλτες στην Αχαρνών. Και αντί να τρέμει, εκείνος περιχαρής και ψύχραιμος φώναζε: «Ο Κωτσαράς ΜΟΥ… Κοίτα τον Κωτσαρά ΜΟΥ πώς οδηγεί…» Τα μυαλά του κάτι τέτοιες στιγμές είχαν την ίδια ηλικία με τα μυαλά του γιου του…”

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΟ OGDOO.GR