Πέθαναν οι μισοί από τη Μαύρη Πανώλη και οι προίκες εκτοξεύτηκαν. Άρχισαν να προικίζουν κορίτσια από 5 χρονών για να τα καταφέρουν.
Η Φλωρεντία μετά τη Μαύρη Πανώλη βρέθηκε με μισό πληθυσμό, κοινωνικό χάος και φουσκωμένες προίκες.
Δεν είχαν ακόμη κλείσει τα πέντε, κι όμως κάποιοι είχαν ήδη βάλει τα πρώτα νομίσματα στο όνομά τους. Δεν ήταν αποταμίευση, δεν ήταν παιχνίδι, ήταν ανάγκη. Στη Φλωρεντία μετά τη Μαύρη Πανώλη, το να έχεις κόρη ήταν σχεδόν πρόβλημα. Η επιδημία είχε θερίσει τη μισή πόλη και οι προίκες πήραν φωτιά. Οι άντρες λιγόστεψαν. Ο ανταγωνισμός για έναν «καλό γαμπρό» έγινε αγώνας επιβίωσης. Κι έτσι ξεκίνησαν να προικίζουν τα κορίτσια πριν ακόμη προλάβουν να πούνε το όνομά τους καθαρά.
Το κράτος είδε το χάος και αντέδρασε. Όχι με νόμους, αλλά με φαντασία. Δημιούργησε το Monte delle Doti – ένα δημόσιο ταμείο προίκας. Μια τράπεζα κοινωνική, όπου η κάθε οικογένεια μπορούσε να καταθέσει ένα ποσό όταν το παιδί τους ήταν ακόμη μικρό. Και το κράτος το διαχειριζόταν. Όχι απλώς το κρατούσε, αλλά το επένδυε. Με τόκο. Με 10% τόκο. Με σύστημα. Και με έναν όρο: η κόρη θα μπορούσε να το πάρει μόνο αν παντρευόταν στην ώρα της.
Ξαφνικά, η φτώχεια δεν σήμαινε απελπισία. Μπορούσες να ονειρευτείς. Μπορούσες να ελπίζεις ότι με λίγη βοήθεια και λίγη τύχη, η κόρη σου θα παντρευτεί με αξιοπρέπεια, και όχι επειδή πούλησες το σπίτι για να φτιάξεις προίκα. Το κράτος έγινε προξενήτρα, αλλά όχι με τον τρόπο που φαντάζεσαι. Έγινε φρουρός της αξιοπρέπειας.
Κι όμως, ήταν ένα σκληρό σύστημα. Αν η κόρη πέθαινε πριν τον γάμο ή αν δεν παντρευόταν στην ώρα της, τα λεφτά χάνονταν. Πήγαιναν στο κράτος. Μια ισορροπία ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Αν όλα πήγαιναν καλά, η νύφη έπαιρνε πίσω τα χρήματα της οικογένειάς της, με τόκο. Αν όχι, τότε όλα έσβηναν μαζί με το όνειρο.
Αλλά οι άνθρωποι δεν είχαν άλλη επιλογή. Και πίστεψαν σ’ αυτό. Γονείς σε δρόμους λιθόστρωτους, κρατώντας λίγα φιορίνια, προχωρούσαν προς το ταμείο. Έβαζαν λεφτά για την κόρη τους που μόλις είχε μάθει να περπατάει. Όχι γιατί είχαν, αλλά γιατί ήθελαν να έχει εκείνη. Μια ευκαιρία. Ένα γάμο. Μια ζωή.
Και μέσα σ’ αυτό το ταμείο, δεν υπήρχαν απλώς νομίσματα. Υπήρχαν προσευχές. Ελπίδες. Όνειρα. Σκονισμένα χαρτιά με ονόματα παιδιών που κάποτε ήταν μικρά και που σήμερα δεν τα θυμάται κανείς. Εκτός από εκείνη τη σελίδα στο μεγάλο λογιστικό βιβλίο της πόλης, που κρατούσε λογαριασμό όχι μόνο στα λεφτά, αλλά και στις ιστορίες.
Ήταν μια από τις πρώτες μορφές κοινωνικής πολιτικής στην ιστορία της Ευρώπης. Ένα δημόσιο σύστημα που δεν έδινε απλώς ελεημοσύνη. Έδινε όραμα. Έδινε αγάπη με πρόγραμμα. Έδινε μέλλον σε κορίτσια που αλλιώς δεν θα είχαν φωνή. Και ίσως, με τον τρόπο του, το Monte delle Doti να έσωσε όχι μόνο την τιμή, αλλά και την καρδιά αυτής της πόλης.