Πήγε να τραγουδήσει με δανεική τουαλέτα, πάτησε το φόρεμα και έπεσε κάτω. Και έτσι ξεκίνησε ο μύθος της.
Τραγούδησε με δανεική τουαλέτα, έπεσε μπροστά στο κοινό και σηκώθηκε τραγουδώντας σαν θύελλα. Έτσι ξεκίνησε η Ρένα Βλαχοπούλου.
Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν μπήκε στο τραγούδι επειδή κάποιος την εκπαίδευσε. Μπήκε γιατί γεννήθηκε με φωνή που δεν γινόταν να κρυφτεί. Σε μια Κέρκυρα μες στην ανέχεια, με εννέα αδέρφια και χωρίς ίχνος πολυτέλειας, ανέβηκε πρώτη φορά σε μικρόφωνο στα 16, σε ένα ζαχαροπλαστείο της Σπιανάδας. Όχι επειδή την πλήρωναν. Επειδή δεν άντεχε να μην τραγουδήσει.
Το 1939 μετακόμισε στην Αθήνα με τον πρώτο της σύζυγο, Κώστα Βασιλείου. Είχε μόλις παντρευτεί, δεν είχε τίποτα, μόνο τα νιάτα και το κουράγιο της. Ο Μίμης Τραϊφόρος παρουσίαζε νέα ταλέντα στο “Όασις” στο Ζάππειο και της έδωσε μια ευκαιρία. Της είπε να ανέβει στην πίστα. Εκείνη δεν είχε ούτε φόρεμα.
Δανείστηκε μια τουαλέτα και ανέβηκε. Ήταν η πρώτη της φορά σε αθηναϊκή σκηνή. Πάτησε κατά λάθος το μακρύ φόρεμα και έπεσε θεαματικά κάτω, μπροστά στο κοινό. Κάποιοι γέλασαν. Άλλοι σάστισαν. Εκείνη όμως σηκώθηκε, έσφιξε το μικρόφωνο και τραγούδησε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Το κοινό την αποθέωσε. Από την επόμενη μέρα, η Ρένα τραγουδούσε εκεί κάθε βράδυ. Ο μύθος της είχε γεννηθεί όχι επειδή όλα πήγαν σωστά, αλλά επειδή βγήκε μπροστά όταν όλα πήγαν στραβά. Με φωνή από άλλον κόσμο και θάρρος που έσκιζε την αμηχανία.
Το τραγούδι που ερμήνευσε εκείνο το βράδυ ήταν η «Μικρή χωριατοπούλα». Αργότερα θα μεταμορφωνόταν στο «Κορόιδο Μουσολίνι», ύμνο της εθνικής αντίστασης. Και η Ρένα, χωρίς να το ξέρει, έγινε φωνή που τραγουδούσε ελπίδα σε καιρούς πολέμου.
Από εκεί και πέρα, τίποτα δεν τη σταμάτησε. Τζαζ τραγουδίστρια, ηθοποιός, μιούζικαλ, κομεντί, επιθεωρήσεις, κινηματογράφος, τηλεόραση. Έπαιξε και τραγούδησε σε περισσότερες από 120 θεατρικές παραστάσεις και πάνω από 30 ταινίες. Έγινε η “κόμισσα της Κέρκυρας”, χωρίς ποτέ να ξεχάσει ότι η πρώτη της φορά ήταν με δανεική τουαλέτα και ένα πέσιμο.
Δεν ήταν το γέλιο που την έκανε θρύλο. Ήταν το σθένος της, η φυσικότητα, το πάθος με το οποίο έδινε και την τελευταία ρανίδα ενέργειας σε κάθε σκηνή. Το κοινό γελούσε, αλλά εκείνη πάντα ήξερε ότι δεν ήταν κωμικός – ήταν η Ρένα. Και η Ρένα ήταν μοναδική.