Στο Βικτωριανό Λονδίνο κρατούσαν ζεστές πατάτες για να μην παγώσουν τα χέρια τους. Μετά τις έτρωγαν.
Δεν υπήρχε θέρμανση, αλλά υπήρχε πατάτα. Και για ένα παγωμένο χέρι στο Λονδίνο του 1800, αυτό αρκούσε.
Στους παγωμένους δρόμους του Λονδίνου, τον 19ο αιώνα, υπήρχε μια εικόνα που επαναλαμβανόταν κάθε χειμώνα: εργάτες, παιδιά, υπηρέτριες και πωλητές κρατούσαν με τα δύο χέρια τους μια ψημένη πατάτα. Όχι για να τη φάνε. Όχι ακόμα. Πρώτα την κρατούσαν για να ζεσταθούν.
Το Βικτωριανό Λονδίνο δεν είχε κεντρική θέρμανση, ούτε καλοριφέρ στα σπίτια, ούτε χοντρά παλτά για όλους. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ομίχλη, υγρασία και παγωνιά. Και εκεί μέσα, οι πλανόδιοι πουλούσαν “baked potatoes” από μικρά μεταλλικά καροτσάκια πάνω σε τέσσερα ποδαράκια. Μέσα υπήρχαν κάρβουνα και σίδερο. Πάνω τους, στοιβαγμένες πατάτες που ψήνονταν αργά και μοσχομύριζαν.
Η πατάτα δεν ήταν μόνο φαγητό. Ήταν θέρμανση. Μια φτηνή θερμοφόρα. Την αγόραζες για λίγα πένες, την έσφιγγες στα γάντια σου, την κουβαλούσες στην παλάμη μέχρι να χάσει τη ζεστασιά της – και μόνο τότε την ξετύλιγες και την έτρωγες. Χλιαρή πια, αλλά με μια γλύκα που είχε πάρει από τις παγωμένες σου παλάμες.
Οι πλανόδιοι ψήστες υπήρχαν παντού: σε σοκάκια, στις αγορές, έξω από σταθμούς και εργοστάσια. Εκτιμάται ότι τις πιο κρύες μέρες, μόνο στο Λονδίνο πουλιούνταν έως και 10 τόνοι πατάτας την ημέρα. Ούτε τηγανιτές ούτε γεμιστές. Απλώς ολόκληρες, με τη φλούδα, ζεστές και καπνιστές.
Πολλοί τις αγόραζαν πριν το ξημέρωμα, όταν πήγαιναν για δουλειά. Άλλοι τις κρατούσαν στις τσέπες του παλτού σαν θερμαντικό. Κάποιοι έπαιρναν δύο – μία για κάθε χέρι. Και υπήρχαν και εκείνοι που δεν τις έτρωγαν ποτέ: τις κρατούσαν μέχρι να κρυώσουν, τις άφηναν στο κατώφλι, και πήγαιναν για ύπνο.
Δεν ήταν μόνο φαγητό. Ήταν μια χειμωνιάτικη συνήθεια που έδεσε μια πόλη με τη φτώχεια, την εξυπνάδα και την επιβίωση. Σε ένα Λονδίνο που κάπνιζε απ’ τα φουγάρα, οι πατάτες στους δρόμους ήταν κάτι απλό, αλλά αληθινό. Και κρατούσαν χέρια ζεστά.