Τι πρέπει να έχει μια σοκολάτα για να θεωρείται σοκολάτα; Γιατί πολλές σοκολάτες που αγοράζουμε δεν είναι πραγματικές σοκολάτες;
Αν δεν έχει αρκετό κακάο και βούτυρο κακάο, τότε δεν είναι σοκολάτα. Κι όμως, πολλές από αυτές που τρώμε είναι απλώς απομιμήσεις.
Όλοι την αποκαλούν σοκολάτα. Την πιάνεις, την ανοίγεις, την τρως. Μπορεί να είναι γλυκιά, μπορεί να είναι γάλακτος, μπορεί να λέει και “μαύρη”. Αλλά λίγοι κοιτάνε τι γράφει στην πίσω πλευρά. Εκεί που βρίσκεται η αλήθεια. Γιατί πολλές από αυτές τις ράβδους δεν είναι σοκολάτες. Είναι απομιμήσεις. Μίγματα. Υποκατάστατα. Και δεν στο λέει κανείς καθαρά.
Για να θεωρείται κάτι σοκολάτα στην Ευρώπη, πρέπει να πληροί ορισμένα βασικά κριτήρια. Σοκολάτα γάλακτος, για παράδειγμα, πρέπει να έχει τουλάχιστον 25% στερεά κακάο. Η μαύρη σοκολάτα πρέπει να έχει τουλάχιστον 35%. Η λευκή, αν και δεν έχει κακάο σε σκόνη, οφείλει να έχει τουλάχιστον 20% βούτυρο κακάο και 14% στερεά γάλακτος. Αν δεν υπάρχουν αυτά, δεν λέγεται σοκολάτα. Ό,τι και να γράφει το περιτύλιγμα.
Το πιο ύπουλο σημείο είναι το λίπος. Η πραγματική σοκολάτα στηρίζεται στο βούτυρο κακάο. Αυτό της δίνει τη χαρακτηριστική υφή, το σημείο τήξης που λιώνει στο στόμα, τη μεταξένια αίσθηση. Πολλές φτηνές σοκολάτες αντικαθιστούν αυτό το πανάκριβο υλικό με φοινικέλαιο ή άλλα φυτικά λίπη. Τότε η σοκολάτα παύει να είναι σοκολάτα. Στην καλύτερη περίπτωση λέγεται “επικάλυψη σοκολάτας”. Στην χειρότερη, ούτε καν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέπει την παρουσία έως και 5% φυτικών λιπών εκτός βουτύρου κακάο, αλλά μόνο αν αυτό δηλωθεί καθαρά στη συσκευασία. Πόσοι όμως το διαβάζουν; Πόσοι ξέρουν τι σημαίνει το “vegetable fat” ή το “confectionery coating” στα ψιλά γράμματα; Στην πράξη, αν μια σοκολάτα λιώνει σαν κερί ή μένει ελαστική στο ψυγείο, πιθανότατα δεν είναι πραγματική σοκολάτα.
Υπάρχει και το άλλο τέχνασμα: να χρησιμοποιείται χαμηλό ποσοστό κακάο και να ενισχύεται η γεύση με άρωμα ή ζάχαρη. Έτσι, μπορεί να γευτείς κάτι που θυμίζει σοκολάτα, αλλά να μην έχει την ουσία. Το ίδιο ισχύει και με τη λευκή σοκολάτα – αν δεν περιέχει βούτυρο κακάο και γάλα, είναι σκιά του εαυτού της.
Το πρόβλημα είναι βαθύτερο απ’ όσο φαίνεται. Δεν είναι απλώς ζήτημα γεύσης. Είναι ζήτημα διαφάνειας. Πληρώνεις για σοκολάτα και παίρνεις κάτι φτηνό που φτιάχτηκε για να μοιάζει, όχι για να είναι. Η νομοθεσία το επιτρέπει, αρκεί να αναγράφεται. Το εμπόριο το εκμεταλλεύεται. Και ο καταναλωτής, σχεδόν πάντα, δεν καταλαβαίνει τη διαφορά.
Η αληθινή σοκολάτα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϊόν με σαφή δομή, αυστηρές προδιαγραφές και γεύση που ξεχωρίζει. Όταν αγοράζεις κάτι που γράφει “σοκολάτα”, αλλά δεν αναφέρει κακαόμαζα, κακαοβούτυρο ή σοβαρό ποσοστό στερεών κακάο, τότε δεν αγοράζεις σοκολάτα. Αγοράζεις ένα ψευδο-επιδόρπιο. Και σε πολλές περιπτώσεις, αυτό είναι πιο φτηνό και λιγότερο υγιεινό από όσο νομίζεις.
Το να ξέρεις τι τρως δεν είναι υπερβολή. Είναι αυτοπροστασία. Κι αν η σοκολάτα είναι για εσένα απόλαυση, τότε καλό είναι να ξέρεις πότε είναι αληθινή και πότε απλώς φοράει σοκολατένια μάσκα.