Την κρατούσαν φυλακισμένη οι γονείς της σε ένα δωμάτιο χωρίς φως για 25 χρόνια επειδή δεν ήθελε να παντρευτεί τον άντρα που της βρήκαν
Την κρατούσαν 25 χρόνια φυλακισμένη σε σκοτεινό δωμάτιο χωρίς φως και φαγητό, επειδή δεν ήθελε να παντρευτεί τον άντρα που της διάλεξαν οι γονείς της.
Το 1901, ένας ανώνυμος φάκελος στάλθηκε στον γενικό εισαγγελέα του Παρισιού. Μέσα σε αυτόν, μόνο μια πρόταση: «Μια γυναίκα είναι φυλακισμένη εδώ και 25 χρόνια στο σπίτι της οικογένειας Monnier. Τρέφεται με σάπια υπολείμματα και ζει μέσα στις ακαθαρσίες της». Κανείς δεν ήταν έτοιμος για αυτό που θα έβρισκαν οι αρχές στο σπίτι της διάσημης αριστοκρατικής οικογένειας στην πόλη Πουατιέ.
Όταν οι αστυνομικοί έφτασαν, ζήτησαν να ψάξουν το σπίτι. Οι υπηρέτες αντέδρασαν. Η μητέρα ήταν κατάκοιτη. Ο γιος της οικογένειας, πανεπιστημιακός, επιχείρησε να τους καθυστερήσει. Όταν επέμειναν να δουν τον επάνω όροφο, τους πήγαν στο πατάρι. Μια αλυσίδα, ένα χοντρό λουκέτο και η σήψη που έβγαινε πίσω από την ξύλινη πόρτα ήταν τα πρώτα σημάδια ότι δεν ήταν ψέματα.
Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, ένα πλάσμα σχεδόν άψυχο καθόταν σε ένα στρώμα από άχυρα. Γύρω της, μύγες, κατσαρίδες και περιττώματα. Η γυναίκα ήταν σκελετωμένη, με τρίχες που έφταναν μέχρι τους αστραγάλους και νύχια που είχαν γίνει πέτρες. Δεν μπορούσε να αντέξει το φως. Οι αστυνομικοί άνοιξαν με τη βία τα παράθυρα. Τα έντομα πέταξαν. Η γυναίκα έτρεμε και προσπαθούσε να καλύψει το πρόσωπό της.
Ήταν η Blanche Monnier. Είχε εξαφανιστεί πριν 25 χρόνια. Η επίσημη εκδοχή ήταν ότι έφυγε μακριά από τη ντροπή της οικογένειας επειδή ερωτεύτηκε έναν φτωχό δικηγόρο. Η μητέρα της δεν της επέτρεψε να τον παντρευτεί. Όταν η Blanche αρνήθηκε να τον ξεχάσει, την έκλεισε σε ένα δωμάτιο χωρίς φως. Ο πατέρας σιώπησε. Ο αδερφός συνέχισε τη ζωή του. Οι γείτονες υποπτεύονταν, αλλά δεν μιλούσε κανείς.
Η Blanche ζύγιζε μόλις 25 κιλά. Είχε μείνει καθηλωμένη στο ίδιο σημείο τόσα χρόνια, χωρίς περίθαλψη, χωρίς ρούχα, χωρίς ανθρώπινη επαφή. Έτρωγε ό,τι της πέταγαν στο πάτωμα. Όταν την έβγαλαν έξω, ο κόσμος που περίμενε κάτω από το σπίτι ξέσπασε. Η μητέρα πέθανε 15 μέρες μετά τη σύλληψή της. Ο αδερφός πέρασε από δίκη, αλλά αθωώθηκε. Οι δικαστές είπαν πως «δεν υπήρχε υποχρέωση διάσωσης» στον νόμο.
Η Blanche δεν μπόρεσε ποτέ να επανέλθει. Εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική στο Μπλουά, όπου έζησε σιωπηλά μέχρι τον θάνατό της το 1913. Δεν ξαναμίλησε ποτέ για τα 25 χρόνια σιωπής και απόλυτης τιμωρίας. Δεν έβγαλε ποτέ από μέσα της τη φωνή που της στέρησαν, για την αγάπη που της απαγόρευσαν. Η ιστορία της έγινε βιβλίο, ντοκιμαντέρ, έμπνευση για έργα. Αλλά η ίδια έμεινε η «Σκιά του Πουατιέ».