Το 1991 η Άννα Βίσση ανέβηκε στη σκηνή και έγινε κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην Ελλάδα
Μια θεατρική υπερπαραγωγή που ένωσε τη μουσική με την υποκριτική και έφερε το Broadway στην Αθήνα. Οι «Δαίμονες» του 1991 δεν ήταν απλώς θέαμα, ήταν τομή.
Αν ήσουν στην Αθήνα του 1991 και περνούσες έξω από το Θέατρο Αττικόν, έβλεπες ουρές. Όχι για σινεμά, όχι για συναυλία. Για μια θεατρική παράσταση που δεν έμοιαζε με τίποτα απ’ όσα είχε δει το ελληνικό κοινό μέχρι τότε. Ο τίτλος της; «Δαίμονες». Η πρωταγωνίστρια; Η Άννα Βίσση, σε έναν ρόλο ζωής. Ή μάλλον σε δύο. Και όλη η Ελλάδα στα πόδια της.
Οι «Δαίμονες» δεν ήταν απλώς ένα έργο. Ήταν μια παράσταση που έφερε το παγκόσμιο θέαμα στην ελληνική σκηνή. Με σκηνικά κινηματογραφικής αισθητικής, με φωνές που διαπερνούσαν το σώμα, με κοστούμια που θύμιζαν μεγάλες παραγωγές του εξωτερικού, το κοινό παρακολουθούσε κάτι που έμοιαζε να έχει έρθει από το Broadway. Μόνο που ήταν ελληνικό. Και μιλούσε τη δική του γλώσσα.
Η Άννα Βίσση, στο αποκορύφωμα της καλλιτεχνικής της φόρμας, μετουσιωνόταν σε πρωταγωνίστρια θεάτρου με τρόπο που κανείς δεν περίμενε. Δεν τραγουδούσε απλώς. Έπαιζε, συγκινούσε, ανέβαινε, έπεφτε, μαγνήτιζε. Ήταν το πρόσωπο που ένωνε τον σύγχρονο κόσμο με ένα παρελθόν θεατρικό, γεμάτο πάθος, θυσίες, ένταση και δραματουργία.
Το λιμπρέτο του Σταύρου Σιδερά και η μουσική του Νίκου Καρβέλα έφεραν ένα είδος που τότε στην Ελλάδα δεν είχε ακόμα ταυτότητα: τη ροκ όπερα. Με τραγούδια που δεν σταμάτησαν να παίζονται ούτε μετά την αυλαία. Με μια αφήγηση που ταξίδευε από τον Μεσαίωνα στον σύγχρονο κόσμο. Όχι για να σοκάρει, αλλά για να φέρει τον θεατή αντιμέτωπο με τον ίδιο του τον εαυτό. Την ενοχή, την αγάπη, τη ζήλια, τη δύναμη.
Κανείς δεν έμεινε ασυγκίνητος. Ούτε οι φανατικοί θεατρόφιλοι, ούτε οι μουσικόφιλοι, ούτε οι απλοί θεατές που πήγαν από περιέργεια. Οι «Δαίμονες» του 1991 απέδειξαν ότι το ελληνικό κοινό ήταν έτοιμο για το μεγάλο άλμα. Να υποδεχθεί μια παράσταση που δεν βασιζόταν ούτε σε ρουτίνα ούτε σε προβλέψιμα σενάρια. Ήταν μια παράσταση με ρίσκο. Ακριβή. Και ταυτόχρονα πολύ μπροστά από την εποχή της.
Το 2013, πάνω από δύο δεκαετίες μετά, η Άννα Βίσση ξαναφόρεσε τα κοστούμια της Ροζάνας. Και οι «Δαίμονες» ξαναζωντάνεψαν. Στο θέατρο Παλλάς αυτή τη φορά, με νέα σκηνοθεσία, νέα πρόσωπα, αλλά με το ίδιο κύμα αποθέωσης. Η παράσταση ξεπέρασε τους 80.000 θεατές. Και έδειξε πως μερικά έργα δεν είναι για μία σεζόν. Είναι για μια γενιά. Ή και παραπάνω.
Οι «Δαίμονες» δεν είχαν ποτέ στόχο να προκαλέσουν. Είχαν στόχο να μιλήσουν με θεατρικό λόγο, μουσική και έντονη εικόνα για τις πιο ανθρώπινες συγκρούσεις. Και το έκαναν όσο λίγα έργα στο ελληνικό θέατρο. Ήταν μια παράσταση-σταθμός. Ένα ελληνικό στοίχημα που κερδήθηκε.