Το κόκκινο σπίτι στη Σύρο που θεωρείται στοιχειωμένο. Τα βράδια ακούγονταν οι λυγμοί, πίστευαν οι κάτοικοι
Στη Σύρο, ένα παλιό αρχοντικό στέκει εγκαταλελειμμένο, μα όχι σιωπηλό. Οι ντόπιοι μιλούν για φωνές, ψιθύρους και σκιές που κινούνται τη νύχτα. Το Κόκκινο Σπίτι δεν κατοικείται εδώ και δεκαετίες
Σε ένα από τα πιο όμορφα νησιά των Κυκλάδων, εκεί όπου η ιστορία μπλέκεται με τους μύθους, υπάρχει ένα σπίτι διαφορετικό από τα άλλα. Ένα σπίτι που δεν κατοικείται εδώ και δεκαετίες, αλλά παραμένει ζωντανό στη συλλογική μνήμη των κατοίκων. Είναι το διαβόητο Κόκκινο Σπίτι, το “κοκκινόσπιτο”, όπως το αποκαλούν στη Σύρο, ένα αρχοντικό που εδώ και χρόνια κουβαλά τη φήμη του στοιχειωμένου.
Το σπίτι δεσπόζει στην περιοχή του Επισκοπείου, σιωπηλό και εγκαταλελειμμένο, με τους τοίχους του βαμμένους σε μια απόχρωση που θυμίζει αίμα. Όσοι περνούν από κοντά νιώθουν μια περίεργη ψυχρότητα στον αέρα, ακόμα και τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες. Οι ντόπιοι το αποφεύγουν όταν πέφτει το σκοτάδι, γιατί για δεκαετίες κυκλοφορούν ιστορίες για περίεργους ήχους, ψιθύρους που έρχονται από το πουθενά και σκιές που κινούνται πίσω από τα σπασμένα παράθυρα.
Ο θρύλος που έχει στοιχειώσει το σπίτι ξεκινάει από μια τραγική ιστορία πάθους, προδοσίας και θανάτου. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, το σπίτι ανήκε κάποτε στον Συριανό καπετάνιο Γιάννη Ρεΐζη και τη Γαλλίδα σύζυγό του, Μαρίνα Μπαρέ. Η Μαρίνα, νέα και ξένη σε ένα νησί όπου οι κοινωνικοί κανόνες ήταν αυστηροί, ένιωθε όλο και πιο μόνη καθώς ο άντρας της έλειπε συχνά στα ταξίδια του. Η μοναξιά την έφερε πιο κοντά στον αδελφό του Γιάννη, τον Μηνά, και σύντομα η σχέση τους ξεπέρασε τα όρια της συγγένειας.
Η μοιραία νύχτα που σφράγισε την τραγική μοίρα του σπιτιού ήρθε όταν η μικρή κόρη της Μαρίνας, η Αννούλα, πέθανε ξαφνικά από πνευμονία. Το ίδιο βράδυ, η πεθερά της ανακάλυψε τη σχέση της με τον Μηνά. Ο Μηνάς εκδιώχθηκε ντροπιασμένος και, ανίκανος να αντέξει την ατίμωση, έβαλε τέλος στη ζωή του. Ο Γιάννης, μαθαίνοντας τα πάντα κατά την επιστροφή του στο νησί, βυθίστηκε στην απόγνωση. Η Μαρίνα, καταδιωγμένη από ενοχές, δεν άντεξε το βάρος της απώλειας και της κοινωνικής κατακραυγής. Μια νύχτα, χάθηκε για πάντα μέσα στους τοίχους του Κόκκινου Σπιτιού, δίνοντας τέλος στη ζωή της.
Λένε πως από τότε, το σπίτι δεν ησύχασε ποτέ. Οι κάτοικοι της περιοχής μιλούσαν για περίεργους ήχους που αντηχούσαν τη νύχτα. Μερικοί ισχυρίζονταν πως άκουγαν λυγμούς μιας γυναίκας, άλλοι πως άκουγαν παιδικά γέλια και πόδια να τρέχουν στους διαδρόμους, σαν να συνέχιζε η Αννούλα να παίζει μες στο σπίτι. Κάποιοι που τόλμησαν να μπουν ανέφεραν ότι ένιωθαν μια παράξενη παρουσία, μια αόρατη δύναμη που τους παρακολουθούσε.
Για πολλά χρόνια, το Κόκκινο Σπίτι παρέμεινε έρημο. Κανείς δεν το διεκδίκησε, κανείς δεν προσπάθησε να το κατοικήσει ξανά. Οι ντόπιοι λένε πως όσοι επιχείρησαν να μετακινήσουν αντικείμενα από το εσωτερικό του βρήκαν ανεξήγητους, τραγικούς θανάτους λίγο αργότερα. Άλλοι, πιο σκεπτικιστές, επιμένουν πως όλα αυτά είναι απλές ιστορίες και ότι το σπίτι χρησιμοποιούνταν παλιά ως κρυφό καταφύγιο χαρτοπαιχτών και παράνομων εραστών.