Το πιο θλιμμένο πορτρέτο της Αναγέννησης. Το κορίτσι που φόρεσε μαργαριτάρια μετά τον θάνατό της
Δεν πρόλαβε να ζήσει, αλλά την ζωγράφισαν σαν να ήταν βασίλισσα.
Το βλέμμα της είναι ήσυχο, σχεδόν απόκοσμο. Το δέρμα της πορσελάνινο, φωτισμένο από μέσα, όχι από το φως. Στο λαιμό της, σειρές από μαργαριτάρια. Στο στήθος της, ένα χρυσό μενταγιόν με το προφίλ του πατέρα της. Το κορίτσι αυτό δεν ζούσε πια όταν φιλοτεχνήθηκε το πορτρέτο του. Και όμως, μοιάζει πιο ζωντανό από πολλούς που ποζάρουν σήμερα.
Το όνομά της ήταν Bia, από το υποκοριστικό της Bianca. Ήταν η εξώγαμη κόρη του Κόζιμο Α΄, μετέπειτα μεγάλου δούκα της Φλωρεντίας. Γεννήθηκε το 1537, δύο χρόνια πριν από τον γάμο του πατέρα της με την Ελεονόρα του Τολέδο. Παρότι δεν είχε γεννηθεί από τη δούκισσα, η μικρή Bia ανατράφηκε σαν κανονικό μέλος της οικογένειας, δίπλα στα νόμιμα αδέλφια της. Έπαιζε μαζί τους στους κήπους, φορούσε τα ίδια ρούχα, είχε τη δική της παιδαγωγό και δωμάτιο στο Παλάτι.
Τον Ιανουάριο του 1542, σε ηλικία μόλις πέντε ετών, η Bia αρρώστησε ξαφνικά, μετά από ταξίδι με τον πατέρα της στην Αρέτσο. Μέσα σε λίγες ημέρες, πέθανε. Ο θρήνος ήταν βουβός αλλά καθολικός. Ο ίδιος ο Κόζιμο, που ήταν γνωστός για την ψυχραιμία και την αυστηρότητά του, λύγισε. Έδωσε εντολή να ζωγραφιστεί η κόρη του όπως θα ήθελε να τη θυμάται: ντυμένη με τιμή, λαμπερή, αθώα και αιώνια.
Ο ζωγράφος ήταν ο Ανιόλο Μπροντζίνο, ο επίσημος πορτρετίστας των Μεδίκων. Για να αποτυπώσει το πρόσωπό της, πιστεύεται πως χρησιμοποίησε τη γύψινη νεκρική της μάσκα, κάτι σύνηθες στους κύκλους της αυλής αλλά φρικιαστικό για τα σημερινά δεδομένα. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο τέχνης που συγκλονίζει: ένα παιδί σαν άγγελος, στολισμένο με κοσμήματα ενηλίκου, και με βλέμμα που δεν κοιτάζει εσένα, αλλά κάπου πιο πέρα.
Τα μαργαριτάρια δεν μπήκαν τυχαία. Στην Αναγέννηση, συμβόλιζαν την αγνότητα, αλλά και το πένθος. Ήταν τα στολίδια της σιωπής. Το μενταγιόν με το προφίλ του πατέρα της είναι ένα βουβό σημάδι αγάπης αλλά και ιδιοκτησίας. Σαν να ήθελε ο Κόζιμο να πει: “Αυτό είναι το παιδί μου, το πρώτο μου παιδί, και δεν θα την ξεχάσω ποτέ”.
Για αιώνες, ο πίνακας φυλασσόταν σε ιδιωτικά δωμάτια της οικογένειας. Σήμερα, εκτίθεται στα Ουφίτσι, στην αίθουσα που είναι αφιερωμένη στον Μπροντζίνο και τα πορτρέτα της φλωρεντινής αυλής. Αν σταθείς μπροστά του, δεν ακούς φωνές. Μόνο σιωπή. Και εκεί, μέσα στα μάτια ενός κοριτσιού που δεν πρόλαβε να ζήσει, νιώθεις όλη τη θλίψη μιας εποχής που ήθελε να δώσει στην τέχνη αθανασία, ακόμα κι όταν όλα τα άλλα τελείωναν.