Του έδωσαν το όνομα Πελέ για να τον κοροϊδέψουν. Πού να ήξεραν ότι θα σταματούσαν πόλεμοι για να τον δουν να παίζει.
Παιδί χωρίς παπούτσια. Όνομα που δεν του άρεσε. Και όμως, έγινε ο άνθρωπος που σταμάτησε πολέμους με μια ντρίμπλα.
Ήταν ένα φτωχό παιδί από τη Βραζιλία, που έπαιζε μπάλα στις αλάνες με κάλτσες γεμισμένες χαρτιά. Το παρατσούκλι του ήταν Ντίκο, μέχρι που ένας συμμαθητής τού κόλλησε τη λέξη «Πελέ», προσπαθώντας να τον γελοιοποιήσει επειδή μπέρδεψε το όνομα ενός παλιού τερματοφύλακα. Έπεσε ξύλο, ήρθε αποβολή από το σχολείο, και ο μικρός Έντσον ορκίστηκε ότι μισεί αυτό το όνομα. Έλεγε πως του φαινόταν παιδικό, ανόητο, δεν σήμαινε τίποτα. Και όμως, έμελλε να μείνει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη του πλανήτη.
Δεν είχε παπούτσια. Γυάλιζε τα παπούτσια των άλλων για να αγοράσει κάποτε δικά του. Μέχρι τα 6 του δεν είχε αγγίξει ποτέ αληθινή μπάλα. Ήταν παιδί του δρόμου, του σιδηροδρομικού σταθμού, των χωραφιών. Στο σχολείο έφτασε μόνο μέχρι την τέταρτη τάξη. Μα ήξερε από τότε πού πάει. Όταν έπαιξε για πρώτη φορά με παπούτσια, το κατάλαβαν όλοι. Είχε ήδη σημειώσει 148 γκολ σε 33 αγώνες.
Στα 15 του εγκατέλειψε το σπίτι του. Η μητέρα του δεν ήθελε να τον αφήσει. Αλλά ένας παλιός ποδοσφαιριστής, ο Βαλντεμάρ ντε Μπρίτο, της είπε ότι «το παιδί σου θα γίνει ο καλύτερος στον κόσμο». Την έπεισε. Και έγινε. Όχι απλώς ο καλύτερος, αλλά ο μόνος που στα 17 του είχε ήδη πάρει ένα Μουντιάλ και που οι εφημερίδες έγραφαν γι’ αυτόν σαν να μιλούν για βασιλιά.
Η βραζιλιάνικη κυβέρνηση τον ανακήρυξε «εθνικό θησαυρό» για να μην μπορέσει να τον αγοράσει ποτέ ομάδα της Ευρώπης. Η Ρεάλ Μαδρίτης προσπάθησε, η Ίντερ υπέγραψε συμβόλαιο αλλά η Σάντος αρνήθηκε. Τόσο πολύ τον ήθελαν. Τόσο πολύ τον είχαν ανάγκη. Και αυτός δεν τους απογοήτευσε ποτέ.
Έπαιζε σαν θεός. Ήξερε κάθε γωνιά του γηπέδου, κάθε σώμα που έπρεπε να περάσει, κάθε εκατοστό του αέρα που χρειαζόταν για να σκοράρει με κεφαλιά. Ήταν πιο μπροστά απ’ όλους. Σκέφτηκε ντρίμπλες που δεν είχαν ξαναγίνει. Πέτυχε πάνω από 1.200 γκολ. Όμως η επίδρασή του ξεπερνούσε το σκορ.
Στο Κονγκό, ολόκληρη χώρα συμφώνησε να μετακινηθεί υπό αστυνομική προστασία για να παίξει δύο φιλικά. Στη Νιγηρία, κατά τη διάρκεια του αιματηρού Εμφυλίου, οι δύο παρατάξεις συμφώνησαν σε 48ωρη κατάπαυση του πυρός για να μπορέσουν να δουν τον Πελέ. Και δεν ήταν το μόνο: στο Λίβανο απαίτησαν να κατέβει από το αεροπλάνο και να παίξει με τοπική ομάδα, αλλιώς απειλούσαν να απαγάγουν την αποστολή. Στην Κολομβία, όταν ο διαιτητής τον απέβαλε, ο κόσμος ξεσηκώθηκε και ο Πελέ ξαναμπήκε στο γήπεδο. Στη Βενεζουέλα χρειάστηκαν τέσσερις ώρες για να τον αφήσουν οι θαυμαστές να κατέβει από το αεροπλάνο.
Η Σάντος, η ομάδα του, έγινε θρύλος όχι μόνο για τους τίτλους της, αλλά γιατί είχε μέσα της έναν άνθρωπο που μετέτρεψε το ποδόσφαιρο σε τέχνη και την τέχνη σε παγκόσμια γλώσσα. Στην Ευρώπη, οι αντίπαλοι ζητούσαν να παίξει για να χάσουν, αρκεί να τον έχουν δει. Στην Ακτή Ελεφαντοστού σχημάτισαν ανθρώπινη αλυσίδα 15.000 ατόμων μόνο για να περάσει ανάμεσά τους.
Και όλα αυτά ξεκίνησαν από ένα παιδί με κάλτσες για μπάλα. Από έναν μικρό που δεν του άρεσε το όνομά του. Του το έδωσαν για να τον κοροϊδέψουν. Πού να ήξεραν ότι θα σταματούσαν πόλεμοι για να τον δουν να παίζει.