Ξυπόλυτη και πεινασμένη, τραγουδούσε σε μπαρ. Της έδωσαν Grammy και τη ζωγράφισαν σε χαρτονομίσματα.
Ξυπόλυτη, πεινασμένη, ξεχασμένη. Η Cesária Évora έγινε η φωνή των χαμένων, τιμήθηκε με Grammy και μπήκε στα χαρτονομίσματα του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Γεννήθηκε σε μια φτωχογειτονιά του Mindelo, σε ένα νησί του Πράσινου Ακρωτηρίου που λίγοι μπορούσαν να βρουν στον χάρτη. Ο πατέρας της πέθανε όταν εκείνη ήταν παιδί. Η μητέρα της, οικιακή βοηθός, την έστειλε σε ορφανοτροφείο επειδή δεν μπορούσε να ταΐσει όλα της τα παιδιά. Η Cesária Évora μεγάλωσε χωρίς υποδήματα, με μόνη της περιουσία τη φωνή της. Στα 16 της, άρχισε να τραγουδάει στα μπαρ της πόλης για να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαΐ.
Το κοινό της ήταν ναύτες, αλήτες, φτωχοί και ξεχασμένοι άνθρωποι. Ένας κιθαρίστας την ερωτεύτηκε, της έμαθε τη μουσική της morna, του πιο μελαγχολικού είδους τραγουδιού στο Πράσινο Ακρωτήριο. Εκείνη έγινε η βασίλισσά του. Αλλά όχι για πολύ. Οι άντρες την άφηναν, τα λεφτά δεν έφταναν, τα παιδιά της πεινούσαν. Έπεσε σε κατάθλιψη. Έπινε ό,τι έβρισκε και σταμάτησε να τραγουδά. Την ξέχασε ακόμα και η ίδια η χώρα της.
Για δέκα χρόνια, έζησε άρρωστη, αλκοολική και μόνη, μέχρι που μια οργάνωση γυναικών την κάλεσε στην Πορτογαλία για μια συλλογή τραγουδιών. Εκεί την άκουσε ένας παραγωγός. Την πήρε στο Παρίσι. Της έδωσε μικρόφωνο, στούντιο και παγκόσμια περιοδεία. Εκείνη δεν άλλαξε τίποτα: τραγουδούσε ξυπόλυτη, καθόταν στη μέση της σκηνής με ένα τασάκι και ένα ποτήρι κρασί, δεν χαμογελούσε ποτέ χωρίς λόγο. Δεν άλλαξε για κανέναν.
Το άλμπουμ της Miss Perfumado πούλησε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Το Voz d’Amor της έφερε Grammy. Όταν πέθανε, της έχτισαν άγαλμα στο αεροδρόμιο της γενέτειράς της και τύπωσαν το πρόσωπό της σε τραπεζογραμμάτια. Από τα σοκάκια του Mindelo, έγινε η φωνή των ξεριζωμένων. Η Madonna τη λάτρευε. Ο Stromae της έγραψε τραγούδι. Οι Κρεολοί τη μνημονεύουν σαν θεότητα.
Η Cesária Évora δεν φορούσε παπούτσια ποτέ – ούτε όταν τραγουδούσε στο Παρίσι, ούτε όταν παρέλαβε βραβεία, ούτε όταν πέθανε. Έλεγε πως ήταν για άνεση. Η αλήθεια είναι πως ήθελε να θυμίζει σε όλους από πού ξεκίνησε. Και σε κανέναν να μην επιτρέψει να ξεχάσει.