Αυτές είναι οι 20 καλύτερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών, ανάμεσά τους και το 1968 της ΑΕΚ
Οι 20 καλύτερες ελληνικές ταινίες όπως τις δείχνει το IMDb σε αντίστροφη σειρά από το 20 στο 1 με κριτήριο πάνω από 1000 ψήφους
Μαζέψαμε τις είκοσι καλυτερες ελληνικές ταινίες με βάση τη βαθμολογία τους στο IMDb. Ταινίες που είχαν το λιγότερο 1,000 ψήφους για να ειμαστε σίγουροι οτι ειναι αγαπημένες ταινίες και όχι απλά ταινίες που εχουν ψηφίσει οι συντελεστές και οι φίλοι τους. Ταινίες που έχουν δοκιμαστεί από πολύ κόσμο και δεν έσβησαν με τα χρόνια. Ξεκινάμε από το είκοσι και πάμε μέχρι το ένα, σαν να ανοίγεις σιγά σιγά ένα παλιό συρτάρι με ιστορίες. Οι περισσότερς όπως θα δείτε ειναι ταινίες παλιές, κλασσικές αγαπημένες αλλά δε λείπουν απο τη λίστα και ταινίες πρόσφατες που συζητήθηκαν και αγαπήθηκαν.
Στο 20 είναι Ο δράκος του 1956, μια ταινία που σε πιάνει από το γιακά χωρίς φωνές. Ο μικρός φοβισμένος άνθρωπος μπλέκει επειδή τον περνάνε για κάποιον άλλον, και από εκεί ξεκινά ένα παιχνίδι εξουσίας που μοιάζει με εφιάλτη της διπλανής πόρτας. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος δείχνει κάτι τελείως άλλο από την κλασική του περσόνα και το αποτέλεσμα μένει στο μυαλό.
Στο 19 μπαίνει το Όλα είναι δρόμος του 1998, τρεις ιστορίες που δεν μοιάζουν μεταξύ τους αλλά κουβαλάνε την ίδια κούραση και την ίδια τρέλα της εποχής. Είναι από αυτές τις ταινίες που δεν σου δίνουν εύκολες απαντήσεις, σου δείχνουν ανθρώπους σε καμπές και σε αφήνουν να κοιτάς τις λεπτομέρειες, τα βλέμματα, τις σιωπές, το γιατί κάποιος σπάει και κάποιος άλλος συνεχίζει.
Στο 18 είναι το Έτερος εγώ του 2016, μια ελληνική αστυνομική ιστορία που πήρε σοβαρά το είδος και δεν προσπάθησε να το κάνει χαριτωμένο. Ένας καθηγητής εγκληματολογίας μπλέκει σε ένα μοτίβο δολοφονιών που στην αρχή μοιάζουν άσχετες, μετά όμως αρχίζει να φαίνεται ένας κοινός κώδικας. Το ωραίο εδώ είναι η ένταση που χτίζεται με λογική και όχι μόνο με μουσικές και σκοτάδια.
Στο 17 βρίσκεται το Τοπίο στην ομίχλη του 1988, η ιστορία δύο παιδιών που ταξιδεύουν για να βρουν έναν πατέρα που ίσως δεν υπάρχει όπως τον φαντάζονται. Η ταινία είναι δρόμος με την πιο κυριολεκτική έννοια, λεωφορεία, στάσεις, σύνορα, φόβος, αλλά και εκείνες οι σκηνές που σε κάνουν να νιώθεις ότι ο κόσμος είναι τεράστιος και το παιδί μικρό. Η ομίχλη δεν είναι εφέ, είναι τρόπος να σου πει ότι δεν βλέπεις ποτέ όλο το σχέδιο.
Στο 16 ανεβαίνει η Μια αιωνιότητα και μια μέρα του 1998, μια ιστορία για έναν συγγραφέα που μετρά τον χρόνο αλλιώς, γιατί ξέρει ότι του τελειώνει. Η συνάντησή του με ένα παιδί που ψάχνει τρόπο να γυρίσει σπίτι ανοίγει μια διαδρομή που δεν είναι τουριστική, είναι ανθρώπινη. Υπάρχουν στιγμές που μοιάζουν απλές, ένα περπάτημα, μια κουβέντα, μια στάση, αλλά μέσα τους υπάρχει βάρος.
Στο 15 είναι η Συνοικία το Όνειρο του 1961, μια Αθήνα που δεν έχει καρτ ποστάλ, έχει φτώχεια, έγνοια και πείσμα. Δεν σου πουλάει ωραιοποιήσεις, σε βάζει σε γειτονιές όπου το μεροκάματο είναι δράμα και τα όνειρα είναι μικρά αλλά πολύτιμα. Είναι από τις ταινίες που σε κάνουν να νιώθεις ότι περπατάς στο ίδιο πεζοδρόμιο με τους ήρωες.
Στο 14 μπαίνει το 1968 του 2018, το ντοκιμαντέρ που παίρνει ένα παιχνίδι μπάσκετ της ΑΕΚ και το κάνει ιστορία εποχής. Δεν είναι μόνο το ματς με τη Σλάβια Πράγας, είναι το πώς ζούσε ο κόσμος, τι σήμαινε μια ευρωπαϊκή κούπα, πώς μια στιγμή γίνεται ανάσα για χιλιάδες ανθρώπους. Αν το έχεις ζήσει από αφηγήσεις, εδώ ακούς ξανά τον παλμό.
Στο 13 βρίσκεται ο Ηλίας του 16ου του 1959, μια κωμωδία που στήνει παρεξηγήσεις και τις τρέχει με ρυθμό. Τρεις φίλοι πάνε να κάνουν μια δουλειά που νομίζουν ότι την έχουν μελετήσει, και φυσικά τίποτα δεν πάει όπως το φαντάζονταν. Ο Κώστας Χατζηχρήστος έχει εκείνη την ατάκα και το βλέμμα που σου λένε ότι η κατάσταση θα ξεφύγει και θα γελάσεις πριν καν γίνει.
Στο 12 ανεβαίνει η Ευτυχία του 2019, η ιστορία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, μιας γυναίκας που πέρασε φωτιά, προσφυγιά, Αθήνα, τραγούδι και επιβίωση. Η ταινία δεν την κάνει άγαλμα, την δείχνει άνθρωπο με πάθη και γωνίες, και τα τραγούδια δεν λειτουργούν σαν ντεκόρ, λειτουργούν σαν μνήμη. Είναι από τις περιπτώσεις που φεύγεις και σιγοτραγουδάς χωρίς να το καταλάβεις.
Στο 11 είναι το Μάθε παιδί μου γράμματα του 1981, ένα χωριό λίγο μετά τη χούντα, ένας δάσκαλος, δύο γιοι, και από κάτω η πολιτική ένταση που δεν λέγεται πάντα δυνατά αλλά φαίνεται παντού. Μια αφορμή αρκεί για να βγουν στην επιφάνεια παλιοί λογαριασμοί και διαφορετικές αλήθειες. Είναι ταινία που δεν βιάζεται, σε αφήνει να δεις πώς λειτουργεί μια κοινωνία όταν δεν έχει γιατρειές έτοιμες.
Στο 10 μπαίνει το Αλίμονο στους νέους του 1961, το κλασικό παιχνίδι με τη νεότητα που όλοι θέλουν και κανείς δεν ξέρει τι να την κάνει όταν την πάρει. Ένας κουρασμένος μεγάλος κάνει συμφωνία για να ξαναγίνει νέος και να κερδίσει αυτό που νομίζει ότι του χρωστά η ζωή. Η ταινία είναι αστεία, αλλά κάτω από το γέλιο υπάρχει μια ζήλια και μια αγωνία που δεν παλιώνει.
Στο 9 είναι τα Κόκκινα φανάρια του 1963, ιστορίες γυναικών στην Τρούμπα λίγο πριν αλλάξει ο κόσμος τους. Δεν υπάρχει εύκολη ματιά, υπάρχει καθημερινότητα, δουλειά, φόβος, τρυφερότητα, και εκείνη η αίσθηση ότι όλοι παίζουν ρόλους για να αντέξουν. Είναι ταινία που μένει βαριά αλλά καθαρή, χωρίς φτιασίδια.
Στο 8 μπαίνει Ο βασιλιάς του 2002, ένας άνθρωπος που πάει να ξαναστήσει τη ζωή του σε ένα χωριό, αλλά οι κανόνες δεν είναι γραμμένοι σε χαρτί, είναι στα βλέμματα των άλλων. Η κοινωνία τον μετράει, τον δοκιμάζει, και κάτι μικρό μπορεί να γίνει σπίθα. Ο Βαγγέλης Μουρίκης κουβαλάει αυτή την ήρεμη ένταση που σε κάνει να περιμένεις το κακό.
Στο 7 βρίσκεται το Ρεμπέτικο του 1983, μια ιστορία που περνά από δεκαετίες και χώματα, από πάλκα και προσφυγικές ζωές, με το τραγούδι να είναι πάντα παρόν. Δεν είναι απλώς ταινία για μουσική, είναι ταινία για το πώς φτιάχνονται οι άνθρωποι όταν τους χτυπά ο καιρός. Και όταν ακούς τις φωνές και τα όργανα, νιώθεις ότι το δράμα δεν παίζεται, έχει υπάρξει.
Στο 6 μπαίνει ο Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης του 1963, ο Θανάσης Βέγγος να κυνηγά δουλειά στην Αθήνα και να μπλέκει σε κάθε πιθανό επάγγελμα με το σώμα του να τρέχει πριν τρέξει το μυαλό. Δεν είναι μόνο οι γκάφες, είναι αυτό το κυνηγητό του μεροκάματου που κάνει το γέλιο να βγαίνει αληθινό. Στο 5 ανεβαίνει ο Φανερός πράκτωρ 000 του 1967, πάλι Βέγγος, πάλι όνειρο για κάτι μεγάλο, μόνο που η πραγματικότητα τον πετάει από την πρώτη στροφή και εκεί ξεκινά το χάος.
Στο 4 είναι το Υπάρχει και φιλότιμο του 1965, πολιτική σάτιρα που μοιάζει τρομακτικά γνώριμη ακόμα και σήμερα. Ένας υπουργός πάει για φιέστα και καταλήγει να βλέπει κατάματα τι ζητά ο κόσμος και τι στήνεται πίσω από τις κουρτίνες. Είναι ταινία που γελάς, αλλά μετά σκέφτεσαι γιατί αυτό το σκηνικό δεν έφυγε ποτέ εντελώς από την Ελλάδα.
Στο 3 ανεβαίνει το Μια ζωή την έχουμε του 1958, ένας τραπεζικός υπάλληλος βρίσκει ένα λάθος και νομίζει ότι επιτέλους του χαμογέλασε η τύχη. Από εκεί αρχίζει μια διαδρομή που δείχνει πόσο εύκολα αλλάζει ο άνθρωπος όταν πιστέψει ότι μπορεί να ξεφύγει. Ο Δημήτρης Χορν κρατάει την ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και στο πικρό με τρόπο που δεν φωνάζει.
Στο 2 βρίσκεται η Ιστορία μιας κάλπικης λίρας του 1955, μια χρυσή λίρα που περνά από χέρια και ζωές και σε κάθε στάση ξεκολλάει κάτι από την αλήθεια των ανθρώπων. Είναι μικρές ιστορίες που κουμπώνουν μεταξύ τους, άλλοτε με έρωτα, άλλοτε με απληστία, άλλοτε με ένα απλό πάθος που δεν ελέγχεται. Όσο προχωράς, καταλαβαίνεις ότι το αντικείμενο είναι αφορμή, ο πρωταγωνιστής είναι η ανθρώπινη αδυναμία
Στο 1 μπαίνει Της κακομοίρας του 1963, η απόλυτη κωμωδία γειτονιάς με μπακάλικο, έρωτες, παρεξηγήσεις και αυτόν τον ρυθμό που μοιάζει σαν να τραβάει την πόλη από το μανίκι. Ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Νίκος Ρίζος, η Μαρικά Νέζερ και η Ντίνα Τριάντη φτιάχνουν ένα σύμπαν που το ξέρεις, το έχεις δει σε ιστορίες των δικών σου, και όμως κάθε φορά βρίσκεις κάτι καινούργιο να γελάσεις.
Με πληροφορίες απο IMDb