ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ντίνο Ράτζα από καρδιάς: Για Ντράζεν, Γκάλη, Σέλτικς, Ελλάδα και… Μέγα Αλέξανδρο

«Σε μια επανάσταση, όπως και σε ένα μυθιστόρημα, το πιο δύσκολο είναι να βρεις ποιο θα είναι το τέλος», είχε πει κάποτε ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος, Αλεξίς ντε Τοκβίλ. Στην περίπτωση του Ντίνο Ράτζα, η επανάσταση που έφερε ο ίδιος και η γενιά του στο μπάσκετ, αλλά και το δικό του, προσωπικό, μυθιστόρημα -η πορεία...

Ντίνο Ράτζα
Συντάκτης: Sportime Team Χρόνος ανάγνωσης: 33 λεπτά

«Σε μια επανάσταση, όπως και σε ένα μυθιστόρημα, το πιο δύσκολο είναι να βρεις ποιο θα είναι το τέλος», είχε πει κάποτε ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος, Αλεξίς ντε Τοκβίλ.

Στην περίπτωση του Ντίνο Ράτζα, η επανάσταση που έφερε ο ίδιος και η γενιά του στο μπάσκετ, αλλά και το δικό του, προσωπικό, μυθιστόρημα -η πορεία του στον αθλητικό χώρο και χρόνο- βρήκανε το τέλος που τους άξιζε. Κι αυτό ήταν η απεριόριστη και αληθινή αγάπη του κόσμου και η αναγνώριση απ’ όλη την μπασκετική κοινότητα.

Δεν χρειάζεται να γράψουμε πολλά, για να προλογίσουμε τον άλλοτε σούπερ σταρ των Γιουγκοπλάστικα, Μεσατζέρο Ρόμα, Μπόστον Σέλτικς, Παναθηναϊκού και Ολυμπιακού. Ένα απλό… γκουγκλάρισμα θα αρκούσε σε οποιονδήποτε, προκειμένου να βρει πληροφορίες για τη ζωή και τη λαμπρή καριέρα του μεγάλου Κροάτη.

Η είσοδός του στο Hall of Fame και η παρουσίασή του από τον ζωντανό θρύλο, Λάρι Μπερντ, οι αγώνες του στο μαγικό κόσμο του ΝΒΑ, οι τίτλοι του στην Ευρώπη και το κατά πόσο σημάδεψε το άθλημα παρέα -μεταξύ τόσων άλλων- στους Πέτροβιτς, Κούκοτς, Σάβιτς, Περάσοβιτς, Ντίβατς, Πάσπαλιε, Ζντοβτς, είναι μόνο λίγα από τα όσα σπουδαία θα βρει κανείς με μία και μόνο απλή αναζήτηση…

Ο Ντίνο Ράτζα είναι πάνω απ’ όλα, όμως, ένας πολύ απλός άνθρωπος. Και ως τέτοιος, μίλησε στο δικό μας… old school δίδυμο, τους Gods of Rock, τον Νίκο Φάλια (Gods’ Restaurant) και τον Σάκη Φράγκο (Rock Hard Greece), μέσω Instagram live chat, αλλά κυρίως μέσα από τον φιλόξενο χώρο του αγαπημένου του εστιατορίου στο κέντρο της Αθήνας, του Οινομαγειρείου των Θεών.

Και μίλησε για όλα, σε μια συνέντευξη – κουβέντα διαφορετική από τις περισσότερες. Για τον Τζόρνταν και το πολυσυζητημένο Last Dance, για τους Ντράζεν και Γκάλη, τα δίπολα Σέλτικς-Λέικερς και Παναθηναϊκό-Ολυμπιακό, τα παιδικά του χρόνια, τη φιλοσοφία και κοσμοθεωρία του, το μπάσκετ και τις διαφορές ανά τις δεκαετίες, τους Αντετοκούνμπο, Λεμπρόν, Χάρντεν και το κατά πόσο θα μπορούσαν να σταθούν στα 90s, μέχρι και για τον Μέγα Αλέξανδρο! Απολαύστε τον-τους…

-Γεια σου μεγάλε Ντίνο. Είμαστε ο Νίκος και ο Σάκης.

«Καλησπέρα παιδιά, ήξερα ότι θα υπάρχει ένας Νίκος. Έχω πολλούς φίλους στην Ελλάδα. Οι μισοί Έλληνες λέγονται Νίκος»!

-Ντίνο σήμερα είναι και τα γενέθλιά μου και εσύ είσαι ένα από τα καλύτερα δώρα που θα μπορούσα να… μου κάνω! Αυτή η κουβέντα μαζί σου.

«Αλήθεια; Χαρούμενα γενέθλια να έχεις. Θα έπρεπε να είμαι εκεί τώρα, να σου φέρω και δώρο».

-Δεν πειράζει. Όταν έρθεις Αθήνα! Ντίνο πώς είναι η ζωή σου μετά το μπάσκετ και πού σε βρίσκει η καραντίνα;

«Βρίσκομαι σε ένα νησί 2.5 ώρες με το ferry μακριά από το Σπλιτ. Η ζωή είναι ήρεμη και χαλαρή. Προσπαθούμε να μένουμε μέσα, να αποφεύγουμε τα πολλά πολλά και δυστυχώς θεωρώ ότι αυτή η κατάσταση θα κρατήσει κάποιο σεβαστό χρονικό διάστημα. Η αλήθεια είναι ότι θα ερχόμουν Ελλάδα, αλλά ακυρώθηκαν όλα, με το φόβο ενός ακόμη lockdown…».

-Τουλάχιστον αν ήσουν εδώ, θα σε έβρισκε ένα ενδεχόμενο lockdown στην Ελλάδα. Δεν το λες και άσχημο αυτό…

«Αγαπώ πάρα πολύ την Ελλάδα, μα θα ήθελα να περνούσα ένα lockdown μαζί με τη σύζυγό μου».

-Είναι όλοι καλά στην οικογένειά σου;

«Ναι, ευτυχώς είμαστε όλοι καλά. Εντάξει, είναι μια δύσκολη κατάσταση αυτή με τον ιό και τις μάσκες και θέλει προσοχή. Το να φοράς και μια μάσκα συνέχεια, ειδικά όταν έχει ζέστη, το καλοκαίρι, δεν είναι καθόλου εύκολο. Θα έρθουν όμως πιο κρύες μέρες και θα νιώθει πιο άνετα ο κόσμος με τη μάσκα. Ας ελπίζουμε, ωστόσο, να βρεθεί σύντομα ένα φάρμακο ή ένα εμβόλιο, το οποίο θα κάνει τις ζωές μας ευκολότερες».

-Ντίνο, όσο μιλάμε έρχονται μηνύματα από δεκάδες φίλους. Μέχρι και από το Βελιγράδι… Η αλήθεια είναι ότι υπήρξες θρύλος του μπάσκετ και έπαιξες μεταξύ άλλων και σε ένα τεράστιο κλαμπ, τους Μπόστον Σέλτικς. Το να σε θυμούνται εκεί και να σε μνημονεύουν ως θρύλο πλάι σε ονόματα όπως ο Λάρι Μπερντ και ο Μπιλ Ράσελ πρέπει να είναι τεράστια τιμή.

«Ξέρετε, όπου και να έπαιξα μπάσκετ ο κόσμος με εκτίμησε. Πρώτα απ’ όλα γιατί έπαιζα με ψυχή, με όλη μου την καρδιά. Ποτέ δεν κορόιδεψα κανέναν. Και είχα πάντοτε έναν κανόνα. Όταν πληρώνει κάποιος για να με δει να παίζω, πρέπει να τον σέβομαι. Όπως και αυτόν που με πληρώνει, για να παίζω στην ομάδα του. Είχα πάντα αυτή την αρχή και ο κόσμος το έβλεπε. Δεν μπορείς να κοροϊδέψεις τον κόσμο. Υπάρχει φίλαθλο κοινό που αγαπάει πραγματικά το σπορ και ξέρει. Εντάξει, όλοι κάνουν λάθη, έκανα κι εγώ κάποια λάθη, αλλά ποτέ μου δεν κορόιδεψα τον κόσμο».

-Η οικογένεια των Μπόστον Σέλτικς είναι η μία από τις δύο μεγαλύτερες στο ΝΒΑ, σαν κοινωνία, σαν οργανισμός, μαζί με αυτή των Λος Άντζελες Λέικερς. Οι ίδιοι, λοιπόν, λένε για σένα ότι ήσουν το καλύτερο «40» στην ιστορία της ομάδας τους και εμείς οι δύο λέμε ότι ήσουν μαζί με τον Σον Κεμπ των Σιάτλ Σούπερσονικς και τον Μπιλ Λαμπίρ των Ντιτρόιτ Πίστονς, το κορυφαίο στην ιστορία της λίγκας. Οι τρεις καλύτεροι με το νούμερο 40 στη φανέλα, σε όλα τα χρόνια του ΝΒΑ! Και νομίζουμε ότι και με το νούμερο 14 στην πλάτη, με το οποίο αγωνίστηκες στην Ευρώπη, ήσουν μαζί με τον… Γιόχαν Κρόιφ ό,τι καλύτερο θυμόμαστε εδώ…

«(γελάει) Σας ευχαριστώ πολύ παιδιά. Είστε πραγματικά τρελοί, όπως κι εμείς εδώ. Μοιάζουμε πολύ σαν λαοί, γι’ αυτό καταλαβαινόμαστε. Όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα δεν ήξερα ακριβώς τι να περιμένω. Ρώτησα πολλούς φίλους μου, αλλά μου είπαν οι περισσότεροι ότι δεν θα μου αρέσει, πως είναι τρελοί εκεί κτλ. Μα εγώ πέρασα υπέροχα. Αγάπησα την Αθήνα και την Ελλάδα, το πάθος που έχει ο κόσμος, τα πάντα. Έχω κι εγώ το ίδιο πάθος. Ακόμη κι όταν παίζαμε εκτός έδρας και ο κόσμος πετούσε αντικείμενα, με έβριζε, με μισούσε, εγώ ήμουν οκ με αυτό. Το έβλεπα και σαν έξτρα κίνητρο να παίξω καλά. Καταλάβαινα ότι αγαπούν πολύ την ομάδα τους και γι’ αυτό με μισούν…».

-Ντίνο θυμάσαι τα παιχνίδια σου κόντρα στον μεγάλο Άρη, όταν εσύ ήσουν πιτσιρικάς στη Γιουγκοπλάστικα;

«Φυσικά. Ήταν απίστευτα ματς. Απίθανη ατμόσφαιρα. Όχι τόσο όταν παρουσιαζόταν η ομάδα μας και μας γιουχάριζαν, μα κυρίως όταν ερχόταν η ώρα της παρουσίασης του Άρη και ο κόσμος φώναζε, πετούσε όλα αυτά τα κίτρινα χαρτάκια και για λίγες στιγμές δεν μπορούσες καν να δεις το κοινό. Ήταν απίστευτο. Ήταν κάτι γαμ….α απίστευτο»!

-Ντίνο αν οι Σέλτικς είχαν τον κόσμο, την κερκίδα, του Άρη, του Ολυμπιακού ή του Παναθηναϊκού, πόσα πρωταθλήματα θα είχαν κερδίσει; Βασικά θα είχαν χάσει ποτέ κανέναν τίτλο;

«Θα ήταν απίστευτο. Αδιανόητο. Βέβαια, μιλάμε για εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Ο κόσμος εκεί πηγαίνει στο γήπεδο για να φάει, να πιεί, να μιλήσει κτλ. Σηκώνονται συνέχεια και πηγαίνουν να αγοράσουν κάτι να φάνε ή να πιούν, οπότε σηκώνεται συνέχεια και ο διπλανός τους για να περάσουν! Αυτό ήταν κάτι που σιχαινόμουν… Συνέβαινε εκατοντάδες φορές μέσα στα παιχνίδια. Δεν έβλεπαν καν το ματς. Απλά σηκωνόντουσαν, για να πάνε κάπου, να κάνουν κάτι κτλ. Στην Ελλάδα αυτό θα ήταν αδύνατο. Οι Έλληνες έχουν μεγάλο πάθος για το μπάσκετ. Το ζουν εντελώς διαφορετικά. Θα σε «σκότωναν» κατά τη διάρκεια του ματς, πριν από το ματς, μετά από τη λήξη του ματς… Θυμάμαι πολλές φορές να πετούν πέτρες στο πούλμαν της ομάδας, να μας φτύνουν, αλλά δεν είχα πρόβλημα. Μου άρεσε όλο αυτό! Το διασκέδαζα αυτό».

-Η αλήθεια είναι, όμως, ότι αρκετοί σαν εμάς, έχουν βαρεθεί και σιχαθεί με όλα αυτά που γίνονται στα ελληνικά γήπεδα και ευχαρίστως θα ανταλλάσσαμε λίγο «πολιτισμό» για να ζήσουμε και την αμερικανική εμπειρία.

«Αν έκανε κάποιος εκεί, αυτά που κάνει εδώ, θα τον έβαζαν φυλακή κατευθείαν…».

-Εμείς πάντως τους ζηλεύουμε κάποιες φορές. Εσύ έζησες το μπάσκετ και στις δύο χώρες, οπότε μπορείς εύκολα να διαλέξεις, να μας πεις την προτίμησή σου.

«Διαλέγω την Ελλάδα. Αδιαμφισβήτητα… Εκατοντάδες φορές. Πρέπει να σας πω μια ιστορία. Όταν ήρθα, για να παίξω στον Παναθηναϊκό, έμενα στην Κηφισιά. Εκεί υπήρχε -και υπάρχει ακόμη- ένα μπαρ, όπου εργαζόταν ένας φανατικός οπαδός του Ολυμπιακού. Πήγαινα εκεί καθημερινά. Μετά από κάποιες εβδομάδες, που γνωριστήκαμε καλύτερα και γίναμε φίλοι, μου είπε ότι ο αδερφός του ήταν οπαδός του Παναθηναϊκού. Τον ρώτησα, λοιπόν, πώς γίνεται να ζουν στο ίδιο σπίτι. Τι κάνετε; Το ένα δωμάτιο είναι πράσινο και το άλλο κόκκινο; Πηγαίνετε στο γήπεδο και καταριέστε τον άλλον ή βρίζετε τις μανάδες των αντιπάλων σας, όταν εσείς έχετε την ίδια μάνα;! Ο ένας με αγαπούσε, που έπαιζα για την ομάδα του και ο άλλος με μισούσε. Όταν άλλαξα ομάδα και πήγα στον Ολυμπιακό, ο άλλος με αγαπούσε τρελά και ο πρώτος με μισούσε… Ήταν απίστευτο».

-Ξέρεις υπάρχει πολύ μεγάλος φανατισμός και κόντρα μεταξύ των οπαδών του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού, αν και οι διαφορές τους είναι λιγότερες σε σχέση με τους οπαδούς των ομάδων άλλων χωρών. Στη Σερβία, για παράδειγμα, οι οπαδοί του Ερυθρού Αστέρα με αυτούς της Παρτιζάν έχουν μεγάλες πολιτικές και ιστορικές διαφορές, στη Σκωτία υπάρχουν τεράστιες θρησκευτικές διαφορές μεταξύ αυτών της Ρέιντζερς και της Σέλτικ κοκ. Στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο σημαντικές αυτές, σε σύγκριση με άλλες χώρες κι όμως ο φανατισμός είναι ίδιος ή και μεγαλύτερος από το Σέλτικ – Ρέιντζερς ή το Μπόκα – Ρίβερ.

«Και δείτε τώρα το πρωτάθλημα της Α1 χωρίς τον Ολυμπιακό… Είναι σκατά! Είναι δυνατόν να μην υπάρχει στην κατηγορία ο Ολυμπιακός; Αυτά τα παιχνίδια ήταν πάντα το κάτι παραπάνω για τους παίκτες. Πάντοτε θέλαμε να παίζουμε σε γεμάτα γήπεδα, με καυτή ατμόσφαιρα».

-Ζητάει ένας φίλος να μας πεις για τον Ντράζεν Πέτροβιτς.

«Είναι μια λυπητερή ιστορία… Ο Ντράζεν ήταν ένας από τους καλύτερους παίκτες που πέρασαν ποτέ από το μπάσκετ, ένας από τους κορυφαίους που έπαιξα κι εγώ μαζί. Ήταν 4 χρόνια μεγαλύτερός μου και ένας παίκτης που πάντοτε παρακολουθούσα για να γίνω καλύτερος. Βοηθούσε τους άλλους να βελτιωθούν, να δουλέψουν ακόμη πιο σκληρά και ήταν ένας άνθρωπος που τσαντιζόταν πιο πολύ και πιο γρήγορα από κάθε προπονητή, αν δεν πήγαινε καλά κάποιος συμπαίκτης του στην προπόνηση… Έμαθα πολλά από αυτόν και σαν μπασκετμπολίστας και σαν άνθρωπος. Όταν υπέγραψε στη Ρεάλ Μαδρίτης και πήρε κάποια πολύ καλά χρήματα, ήμαστε στην εθνική ομάδα. Βγήκαμε λοιπόν για καφέ. Δεν με άφησε να πληρώσω και μου είπε πως όταν κι εγώ κάνω ένα τόσο καλό συμβόλαιο και πάρω αυτά τα λεφτά, τότε εντάξει… Μέχρι τότε εγώ θα πληρώνω για τους καφέδες, είπε. Ήταν υπέροχος τύπος. Δεν τον ένοιαζε τίποτε άλλο από την προπόνηση. Φορούσε απλά μπλουζάκια και τζιν. Δεν τον ενδιέφερε κάτι άλλο. Μόνο η προπόνηση και να γινόταν καλύτερος. Ήμουν νεότερος, τον έβλεπα και τον είχα πρότυπο. Για όποιον είδε το Last Dance με τον Μάικλ Τζόρνταν, ο Πέτροβιτς ήταν ακριβώς αυτό! Είχε την ίδια νοοτροπία με τον Μάικλ. Ήταν ίδιοι! Το ζούσαν με τον ίδιο τρόπο, έλεγαν τα ίδια στους άλλους, ίδιοι, πραγματικά απίστευτο».

-Αποκάλεσαν τον Ντράζεν «γιο του διαβόλου». Όταν έπαιξε ο ίδιος κάποτε κόντρα στον Νίκο Γκάλη, είπε για τον «Nick the Greek»: «Αν είμαι εγώ ο γιος του διαβόλου, τότε ο Νίκος Γκάλης είναι ο ίδιος ο διάβολος»! Τι θα έλεγες εσύ γι’ αυτό;

«Ο Νίκος ήταν απίστευτος παίκτης και πραγματικά ασταμάτητος στο ένας εναντίον ενός. Έπρεπε πάντα να παίζεις εναντίον του με βοήθειες και αυτό έκανε κάθε ματς με τον Άρη σπέσιαλ, ειδικά στη Θεσσαλονίκη. Τον σέβομαι και τον εκτιμώ ιδιαίτερα. Άλλαξε την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Επηρέασε όλες τις επόμενες γενιές. Μαζί με τους Χριστοδούλου, Φασούλα, Γιαννάκη άλλαξαν το ελληνικό μπάσκετ και το έβαλαν στον παγκόσμιο χάρτη. Μετά ακολούθησαν όλοι οι επόμενοι πολύ καλοί Έλληνες παίκτες, όπως ο Αλβέρτης και τόσοι άλλοι».

-Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος αντίπαλος που αντιμετώπισες ποτέ; Είτε στο ΝΒΑ, είτε στην Ευρώπη.

«Ήταν πάντοτε πολύ δύσκολο να παίζω απέναντι στον Καρλ Μαλόουν. Ήταν σαν βράχος! Υπήρχαν πολλοί, όπως ο Μπάρκλεϊ και ο Σακίλ Ο’ Νιλ. Θα αναφέρω όμως και τον Ντέρικ Κόουλμαν… Είχα πάντοτε δυσκολίες όταν τον αντιμετώπιζα κι ας μην ξέρω το γιατί ακριβώς. Στην Ευρώπη ήταν ο Άρβιντας Σαμπόνις. Ήταν τεράστιος, αλλά και πολύ ταλαντούχος. Ένας απίστευτος παίκτης. Έπρεπε πάντοτε να εφευρίσκω κάτι διαφορετικό για να μπορώ να τον αντιμετωπίσω».

-Δεν είπες τίποτα για τον Χακίμ Ολάζουον…

«Ήταν πραγματικά απίθανος παίκτης. Αν με ρωτήσεις ποιος ήταν ο καλύτερος ψηλός στην ιστορία, θα έβαζα το όνομά του δίπλα. Δεν ήταν πιο δυνατός από τους άλλους, όμως ήταν πολύ γρήγορος, έξυπνος και ένας απίστευτα καλός ομαδικός παίκτης. Προσαρμόζανε τις άμυνες πάνω του, αλλά αυτός πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να βρει κάποιον ξεμαρκάριστο συμπαίκτη του ή το δρόμο προς το καλάθι. Είχε τεράστιο ρεπερτόριο κινήσεων».

-Αν μπορούμε να πούμε πώς υπάρχει μια «Αγία Τριάδα» στο μπάσκετ, αυτή θα αποτελούταν από τους Μάικλ Τζόρνταν, Μάτζικ Τζόνσον και Λάρι Μπερντ;

«Σαφέστατα. Για μένα εκείνη η γενιά παικτών ήταν μακράν η καλύτερη. Γι’ αυτό και έφτιαξαν την πραγματική Dream Team. Εκείνη την ντριμ τιμ των ΗΠΑ καμία ομάδα δεν θα μπορούσε να την κερδίσει… Σίγουρα είναι δύσκολο να συγκρίνεις το μπάσκετ διαφορετικών εποχών ή να συγκρίνεις διαφορετικές γενιές, όμως εκείνη των Μπερντ, Μάτζικ, Μάικλ ήταν μια άλλη ιστορία. Μαζί με τους Πάτρικ Γιούιν, Στόκτον, Μαλόουν, Μάλιν, Πίπεν, Ρόντμαν, Μπάρκλεϊ, Ρόμπινσον κτλ».

-Γυρίζοντας λιγάκι πίσω στα χρόνια της Γιουγκοπλάστικα, το φοβερό με εκείνη την ομάδα ήταν ότι κατέκτησε τόσους τίτλους με πραγματικά πολύ νεαρά παιδιά, όπως εσένα, τον Κούκοτς, τον Σάβιτς, τον Περάσοβιτς, εκτός του κάπτεν, του Ιβάνοβιτς. Εκτός από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο που είχε εκείνη η ομάδα, ποιο ήταν το στοιχείο – κλειδί που την έκανε να κερδίσει τόσα πολλά και να μείνει στην ιστορία;

«Τρία πράγματα θα σας πω. Τρία στοιχεία. Η δουλειά, η δουλειά και η δουλειά…! Αυτό ήταν το μυστικό. Βέβαια μιλάμε και για άλλες εποχές. Υπήρχε ένας νόμος που δεν σου επέτρεπε να φύγεις από τη χώρα σου πριν γίνεις 28 χρονών! Φανταστείτε έναν αντίστοιχο κανόνα σήμερα, που να υποχρεώνει τις ομάδες να έχουν τους ίδιους εγχώριους παίκτες μέχρι αυτοί να γίνουν 28 ή έστω και μέχρι τα 23 τους χρόνια… Αυτό θα σήμαινε ότι για αρκετές σαιζόν οι ομάδες θα είχαν φουλ εγχώριο, γηγενές στοιχείο, οι εθνικές ομάδες αλλά και οι σύλλογοι θα ήταν πιο δεμένοι, θα είχαν μεγαλύτερη ομοιογένεια κτλ. Σήμερα βλέπεις τις ομάδες να είναι γεμάτες με Αμερικανούς και γενικά με ξένους. Έτσι χάνεται το εθνικό στοιχείο και στο τέλος, τα επόμενα χρόνια, θαρρώ ότι θα αναδειχθεί ακόμη περισσότερο αυτό το πρόβλημα στο μπάσκετ. Οι ομάδες προτιμάνε τις εύκολες και γρήγορες λύσεις, αντί να στηρίζουν το εγχώριο προϊόν τους. Γι’ αυτό και δεν πιστεύω ότι θα προκύψουν άλλες Γιουγκοπλάστικα. Σαφέστατα όχι».

-Κατά την προσωπική μου άποψη, ως Νίκος, το μπάσκετ της δεκαετίας του 90, από τα τέλη του 80 και όλη τη δεκαετία του 90, ήταν αρκετά καλύτερο και πιο ωραίο από το σημερινό. Και το ΝΒΑ και το ευρωπαϊκό. Ειδικά όμως το αμερικανικό. Είχε περισσότερους καλούς παίκτες, πιο πολύ ταλέντο και φαντάζομαι πως αν υπήρχαν τα σημερινά μέσα τότε, όπως αυτά της κοινωνικής δικτύωσης ή οι σπόνσορες, ο κόσμος θα λάτρευε ακόμη περισσότερο τους παικταράδες εκείνους… Ποιος πιστεύει πραγματικά ότι οι τεράστιοι εκείνοι παίκτες, δεν θα μπορούσαν πανεύκολα να παίξουν και σήμερα; Δεν μπορώ, όμως, να πω το ίδιο και αντίστροφα, για τον Στεφ Κάρι και γι’ άλλους…

«Συμφωνώ μαζί σου 100%. Νομίζω ότι το σημερινό ΝΒΑ είναι κάτι σαν… All Star Game. Χωρίς άμυνες, με τους διαιτητές να μην αφήνουν τους παίκτες να αγωνιστούν σκληρά κτλ. Θυμάστε παίκτες σαν τον Μπιλ Λαμπίρ. Το πώς έπαιζαν εκείνοι οι παίκτες άμυνα. Ο Λαμπίρ, ο Όκλεϊ, ο Ντούμαρς κ.α. Ήταν πολύ πιο δύσκολα να παίξεις μπάσκετ τότε. Τώρα όλοι οι καλοί επιθετικά παίκτες, προστατεύονται από τους διαιτητές και από το ίδιο το σύστημα. Δεν νομίζω ότι εκείνες τις μέρες γινόταν κάτι τέτοιο. Εγώ, προσωπικά, δεν παρακολουθώ ΝΒΑ σήμερα! Δεν βρίσκω ενδιαφέρον. Μπορεί να δω μόνο όταν πλησιάζουν τα τελευταία ματς των πλέι οφ, όταν και σκληραίνει λιγάκι. Προτιμώ να δω Euroleague αντί για ΝΒΑ, αν και στην Ευρωλίγκα υπάρχουν τόσοι Αμερικάνοι και ξένοι σήμερα σε σχέση με παλιότερα. Δεν είναι τόσο διασκεδαστική και ενδιαφέρουσα πια…».

-Αν βγάλουμε εκτός κουβέντας για παράδειγμα τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, τον Λεμπρόν Τζέιμς και μερικούς μόνο ακόμη σημερινούς παίκτες του ΝΒΑ που είναι πολύ δυνατοί και θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν – να κοντραριστούν με έναν Καρλ Μαλόουν, έναν Μπιλ Λαμπίρ…

«(διακόπτει) Πιστεύω ότι εκείνοι οι παίκτες θα… έτρωγαν όλους τους σημερινούς για μεσημεριανό! Βάλτε τον Λεμπρόν απέναντι στον Μαλόουν ή στον Όκλεϊ».

-Αν λες κάτι τέτοιο για τον Λεμπρόν, φανταζόμαστε τι πιστεύεις για παίκτες σαν τον Στεφ Κάρι…

«Ναι. Πάρτε για παράδειγμα τον Τζέιμς Χάρντεν. Κάνει 40 σουτ στο παιχνίδι και προσπαθεί να παίζει μόνος του εναντίον πέντε! Ίσως είμαι εγώ όλντ σκουλ, ίσως να με πουν οπισθοδρομικό, πάντως δεν μου αρέσει αυτό το μπάσκετ. Σουτάρει 40 φορές ο Χάρντεν, βάζει τα 15 σουτ, φτάνει τους 40 πόντους και όλοι λένε πόσο παικταράς είναι που έβαλε 40 πόντους! Δείχνουν και πέντε χάιλαϊτς του, αλλά δεν δείχνει κανείς, ούτε αναφέρονται στα 25 σουτ που έχασε… Δεν μου αρέσει αυτό. Ίσως αρέσει στους φιλάθλους, σε εμένα όχι. Προτιμώ να δω και λίγο άμυνα, κάποιες κινήσεις, ένα σοβαρό και ολοκληρωμένο μπάσκετ τέλος πάντων. Σήμερα, επίσης, γίνονται πάνω από 20 καρφώματα στο παιχνίδι. Αν προσπαθούσες τότε να μπεις μέσα για να καρφώσεις, θα σου έπαιρναν το κεφάλι! Τόσο σκληρό και δυνατό ήταν το μπάσκετ».

-Ντίνο, όσοι δεν έχουν δει ζωντανά τον Μάικλ Τζόρνταν να παίζει και είδανε απλά το Last Dance ίσως δεν θα μπορέσουν ποτέ να καταλάβουν πόσο δύσκολο ήταν για έναν παίκτη ύψους 1.98μ. να σκοράρει όλους αυτούς τους πόντους, να κάνει τόσα drives, καρφώματα, μπασίματα, τόσες ενέργειες μέσα στη ρακέτα απέναντι σε όλους αυτούς που προανέφερες. Πόσο σκληρά είχε δουλέψει. Δεν ήταν απλά ένας καλός σουτέρ…

«Όποιος είδε τη σειρά Last Dance θα πρέπει να θυμηθεί ένα σημείο, στο οποίο εγώ στέκομαι ιδιαίτερα. Υπήρξαν πολλές στιγμές που φανέρωναν ξεκάθαρα το γιατί ήταν ο κορυφαίος, το ποιος ήταν ο Μάικλ Τζόρνταν, αλλά εγώ θα σταθώ ειδικά σε μία. Όταν επέστρεψε στο μπάσκετ από το μπέιζμπολ. Επί δύο χρόνια δούλευε πάνω σε εντελώς διαφορετικές ασκήσεις, σωματικά και φυσικά, άλλαξε εντελώς τη σωματοδομή του και μετά, γύρισε ξανά στο μπάσκετ. Και είδαμε τι έκανε για να τα καταφέρει. Πόσο σκληρά δούλεψε γι’ αυτό. Για να γίνει πάλι πρώτος. Και θυμάμαι τα λόγια του… «ναι, υπήρξα σκληρός απέναντι στους συμπαίκτες μου, ήμουν πουτ…. γιος μερικές φορές, μα ποτέ δεν ζήτησα κάτι που δεν έκανα εγώ πρώτος». Κι αυτό για μένα τα λέει όλα. Αυτό είδα και στον Ντράζεν Πέτροβιτς».

-Από ποιον παίκτη επηρεάστηκες εσύ στην καριέρα σου; Ποιον θαύμαζες στη θέση σου; Μήπως από τον Κρέζιμιρ Τσόσιτς;

«Όχι, όχι. Δεν είδα ποτέ τον Τσόσιτς να παίζει. Ήταν αρκετά μεγαλύτερος και τότε δεν υπήρχαν τηλεοράσεις, ίντερνετ, youtube, αθλητικά περιοδικά κτλ. Είχα ακούσει πολλά γι’ αυτόν, ήταν ο προπονητής μου για ένα χρόνο στην Εθνική ομάδα, τον σέβομαι απεριόριστα, είναι και φίλος μου. Νομίζω ότι επηρέασε κάπως περισσότερο το παιχνίδι μου ο Σβέτισλαβ Πέσιτς στην Εθνική ομάδα και φυσικά ο Μπόζο Μάλκοβιτς, όταν ήρθε στη Γιουγκοπλάστικα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να μου λέει ένα πράγμα. Τότε, στην παλιά Γιουγκοσλαβία, δύο ήταν οι νεαροί ψηλοί που ερχόντουσαν για να μείνουν. Εγώ και ο Βλάντε Ντίβατς. Με έπιασε, λοιπόν, ο Μάλκοβιτς και μου είπε: «θες να γίνεις καλύτερος παίκτης απ’ αυτόν; Θα πρέπει να τρέχεις, να τρέχεις πιο γρήγορα απ’ αυτόν». Αδυνατούσα εκείνη τη στιγμή να καταλάβω τι εννοούσε, όμως, στριφογυρνούσε στο μυαλό μου συνέχεια η ατάκα του. Τώρα, που βλέπω από απόσταση όλο αυτό, διαπιστώνω ότι εγώ και ο Βλάντε ήμαστε οι δύο ψηλοί, που τρέχαμε όσο γρήγορα έτρεχαν και τα γκαρντ! Πριν από εμάς οι ψηλοί ήταν «ψηλοί» και έμεναν περισσότερο στο ζωγραφιστό».

-Ίσως γι’ αυτό και ο Γιάννης Ιωαννίδης, αλλά και ο Ντούσαν Ίβκοβιτς, ήθελε πάντοτε τον Παναγιώτη Φασούλα, γιατί ήταν πολύ γρήγορος για σέντερ, ένας από τους ταχύτερους στην Ευρώπη. Έπαιρνε η ομάδα το αμυντικό ριμπάουντ, ο Φασούλας ξεκινούσε να τρέχει και έφτανε αμέσως στην αντίπαλη ρακέτα. Αρκετοί προπονητές δεν το έβλεπαν αυτό. Ο Ιωαννίδης, ο Μάλκοβιτς και ο Ίβκοβιτς ήταν αρκετά χρόνια μπροστά από την εποχή τους…

«Ακριβώς, έτσι είναι».

-Άλλο ένα πράγμα που μας κάνει να τρελαινόμαστε κάποιες φορές και θα θέλαμε να μας πεις τη γνώμη σου. Βλέπαμε, τότε, παίκτες σαν εσένα, τον Ρόι Τάρπλεϊ, τον Γουόλτερ Μπέρι, να τελειώνετε το παιχνίδι με 26 πόντους, 17 ριμπάουντ, 3 κλεψίματα, 2 κοψίματα, 4 ασίστ και λέγαμε τι φανταστική απόδοση ήταν αυτή που είχατε. Σήμερα, αλλά και αρκετά χρόνια τώρα, βλέπουμε στην Ευρώπη κυρίως, πάουερ φόργουορντ ή σέντερ να τελειώνουν τα ματς με 10 πόντους, 5 ριμπάουντ, 1 κόψιμο, 1 ασίστ και λέμε… τι καταλυτικός παίκτης ήταν αυτός για την ομάδα του, τι φοβερή απόδοση ήταν αυτή κτλ. Και το θέμα είναι ότι ο Χάινς ή ο Μιλουτίνοφ, για παράδειγμα, παίζουν ακριβώς τα ίδια λεπτά (στο πικ της καριέρας τους κιόλας) με όσα έπαιζες και εσύ ή ο Τάρπλεϊ… Ποια είναι η μεγαλύτερη διαφορά του τότε με το σήμερα; Πώς το εξηγείς;

«Και εμένα με τρελαίνει αυτό. Νομίζω ότι οι παίκτες τότε ήταν αρκετά πιο ταλαντούχοι και δούλευαν πολύ πιο σκληρά. Σήμερα νομίζω ότι πολλά πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Όλοι ψάχνουν το πώς θα καταφέρουν κάτι άμεσα, σήμερα, το πολύ αύριο, αναζητούν το άμεσο. Δεν δουλεύουν σκληρά. Εγώ, για παράδειγμα, και θέλω να με πιστέψετε, ζούσα στο Σπλιτ, είμαι γέννημα-θρέμμα του Σπλιτ, το οποίο είναι παραθαλάσσιο. Ζούσα, λοιπόν, δίπλα στη θάλασσα. Δεν πήγα για ένα μπάνιο, όμως, για περισσότερα από 10 χρόνια! Γιατί έπρεπε να προπονούμαι. Είχα το μυαλό μου στη δουλειά, στη σκληρή δουλειά. Σκεφτόμουν ότι αν καθίσω μία ώρα στον ήλιο και δεν μπορέσω να κάνω όσο καλά θέλω την προπόνησή μου, πως η καριέρα μου θα τελείωνε…! Αν το πω αυτό σ’ ένα παιδί σήμερα, σ’ έναν νέο αθλητή, θα γελάει, θα με κοροϊδεύει. Το ίδιο και αν πω σε κάποιο παιδί σήμερα ότι επέστρεφα σπίτι μου πάντοτε πριν από τα μεσάνυχτα, ενώ δεν μου έλεγε κάποιος τι ώρα να γυρίσω, δεν είχα περιορισμό δηλαδή, απλά γιατί ήθελα να ξεκουραστώ, να κοιμηθώ οκτώ ώρες και να ξυπνήσω να πάω πάλι για προπόνηση στις 9 το πρωί… Καταλάβαινα ότι χρειάζεται το σώμα και το πνεύμα μου ξεκούραση. Τα σημερινά παιδιά βγαίνουν, ξενυχτάνε στα κλαμπ και πηγαίνουν κατευθείαν για προπόνηση! Βγάζουν κάποια λεφτά, γίνονται γρήγορα πλουσιότεροι και στο τέλος σκέφτονται μόνο τα χρήματα. Δεν σέβονται τους οπαδούς ή το άθλημα. Είναι εντελώς διαφορετική η νοοτροπία σήμερα. Και των παιδιών, αλλά σε μεγάλο βαθμό και του σπορ…»!

-Ποια ήταν η μεγαλύτερη θυσία που έκανες σαν παίκτης;

«Ότι παράταγα τους φίλους μου συνέχεια και μάλιστα πριν από τις 12 τα μεσάνυχτα. Είτε είχαν πάρτυ, είτε γενέθλια, είτε ήταν καλοκαίρι, πρωτοχρονιά, γιορτές, κοκ. Δεν είχα ποτέ στην πραγματικότητα διακοπές. Οι καλύτεροί μου φίλοι ήταν συνήθως οι συμπαίκτες μου. Ακόμη και σήμερα διατηρώ τις καλύτερες σχέσεις με αρκετούς απ’ αυτούς. Με τους Τζόρτζεβιτς, Κούκοτς, Ντίβατς, Περάσοβιτς, Ράντοβιτς, κα. Ρωτήστε τον Αλβέρτη ή τον Ντούσαν Βούκσεβιτς τι θυμούνται από μένα…».

-Ζητάει ένας φίλος την άποψή σου για τον Πάου Γκασόλ.

«Είναι ένας από τους καλύτερους ψηλούς των τελευταίων ετών. Ένας πραγματικός Hall of Famer. Μου άρεσε να τον βλέπω να παίζει. Σεβασμός, μόνο αυτό».

-Είναι Lakers, όμως, κι εσύ Celtics…

«(γελάει) Δεν με ενδιαφέρει καν. Κοιτάζω σε κάποιον μόνο αν είναι καλός ή κακός άνθρωπος. Δεν μου αρέσει να διαχωρίζω τους ανθρώπους. Σε μαύρους, άσπρους, κίτρινους, πράσινους, Χριστιανούς, Βουδιστές κτλ… Δεν με νοιάζει πχ αν είσαι Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, παρά μόνο αν είσαι καλός ή κακός τύπος».

-Αν σου ζητούσαμε να φτιάξεις την καλύτερη πεντάδα με συμπαίκτες σου από τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, με βασικό και εσένα, ποιους 4 θα επέλεγες από τις δύο ομάδες;

«Ο παίκτης που λάτρευα πάντα να παίζω μαζί ήταν ο Φάνης Χριστοδούλου. Ήταν τεράστιο μπασκετικό ταλέντο και λυπάμαι που δεν το δούλεψε ποτέ πραγματικά σκληρά. Ήταν, όμως, ένα απίστευτο μπασκετικό μυαλό και αγαπούσα να παίζω δίπλα του. Άλλος ένας ήταν ο Ντέιβιντ Ρίβερς από τον Ολυμπιακό. Φοβερός πόιντ γκαρντ, απίστευτη ικανότητα με την μπάλα στα χέρια και τεράστιο μπασκετικό μάτι. Πλέι μέικερ λοιπόν ο Ρίβερς, στη θέση 2 θα πάω με τον Ντούσαν Βούκσεβιτς! Ίσως είμαι λίγο υποκειμενικός εδώ, γιατί είναι πάρα πολύ καλός μου φίλος, όμως, ήταν ένα παιδί που δεν θα σπαταλούσε πολλές μπάλες, που θα έπαιζε πολύ καλή άμυνα και που αν τον άφηνες να σουτάρει, θα το έβαζε. Στη θέση 3 θα έβαζα τον Αλβέρτη. Πιθανότατα ήταν ένας από τους καλύτερους και πιο καθαρούς σουτέρ στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Ένας παίκτης που όταν πήγαινε στη γραμμή των βολών, μπορούσαμε να φύγουμε, να πάμε σπίτι μας…».

-Νομίζαμε ότι θα έλεγες και τον Ντέγιαν Μποντιρόγκα, αλλά πέσαμε έξω… Θα μας πεις τώρα και 4 συμπαίκτες που θα ήθελες από τις δύο ομάδες κι ας είναι αθλητές με τους οποίους δεν συνυπήρξες ποτέ στον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό.

«Ένας παίκτης που σέβομαι πάρα πολύ είναι ο Βασίλης Σπανούλης. Τον έχω παρακολουθήσει αμέτρητες φορές από την τηλεόραση, μα όταν βρέθηκα στο final four του Λονδίνου και τον είδα από κοντά, ζωντανά, έπαθα πλάκα. Με την ταχύτητα στη σκέψη του, το passing game του, με όλα. Το καταλαβαίνεις, το διαπιστώνεις, το πόσο ποιοτικός είναι. Είναι λοιπόν ο πρώτος με τον οποίο θα ήθελα να έχω παίξει μαζί. Άλλοι δύο είναι ο Διαμαντίδης και ο Παπαλουκάς. Επιπλέον, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο… Υπάρχουν διάφοροι Έλληνες παίκτες».

-Σπανούλης ή Διαμαντίδης;

«Σπανούλης… Στο πικ τους και οι δύο, Σπανούλης».

-Πάμε τώρα για ένα ωραίο Versus. Θα σε ρωτάμε δύο πράγματα και θα πρέπει να μας πεις ποιο προτιμάς… Όπως κάναμε με το Σπανούλης-Διαμαντίδης. Ξεκινάμε…

-Iron Maiden – Metallica

«AC/DC…»!

-Πικ εν ρολ – Ροκ εν Ρολ

«Ροκ εν Ρολ».

-Μπερντ – Μάτζικ

«Μπερντ».

-Τζόρνταν – Οποιοσδήποτε άλλος

«Τζόρνταν».

-Ντράζεν – Γκάλης

«Ντράζεν».

-Ντίβατς – Ράτζα

«Φυσικά, εγώ. Ράτζα (γελάει)».

-Κούκοτς – Ράτζα

«Είπαμε. Φυσικά εγώ. Πάντα Ράτζα»!

-Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός

«(γελάει) Τι να πω τώρα; Πείτε μου πώς μπορεί κάποιος να επιλέξει ανάμεσα σε δύο παιδιά του. Αλήθεια».

-Δεν ξέρουμε. Διαλέγουν, πάντως, κάποιοι. Έχουν για παράδειγμα ένα αγόρι κι ένα κορίτσι και προτιμούν το γιο…!

«Όχι, όχι. Αγαπώ ειλικρινά την Ελλάδα. Είχα υπέροχα χρόνια εκεί. Δεν μπορώ να διαλέξω».

-Μποντιρόγκα – Πάσπαλιε

«Μποντιρόγκα».

-Ξέρεις ότι δεν θα άρεσε στον Ζάρκο αυτή η απάντηση, αλλά οκ… Συνεχίζουμε. Μαραντόνα – Μέσι.

«Δύσκολο… Μέσι»

-Περιμέναμε ότι θα πεις Μαραντόνα. Ότι είσαι πιο όλντ σκουλ…

«Του Μαραντόνα η καριέρα δεν ήταν τόσο μεγάλη σε διάρκεια. Τελείωσε πιο γρήγορα».

-Ελλάδα – Ιταλία

«Ελλάδα».

-Σουβλάκι – Πίτσα

«Σουβλάκι».

-Γύρος – Ζυμαρικά

«Ζυμαρικά».

-Τάρλατς – Ρέμπρατσα

«Ρέμπρατσα».

-Μπύρα – Κρασί

«Μπύρα».

-Δαλματική Ακτή – Ελληνικά νησιά

«Δαλματική Ακτή! Πατριωτική απάντηση»…

-Τζόκοβιτς – Ναδάλ

«Τζόκοβιτς».

-Φέντερερ – Ναδάλ

«Ναδάλ».

-Ρεάλ Μαδρίτης – Μπαρτσελόνα

«Μπαρτσελόνα».

-Ρώμη – Αθήνα

«Αθήνα».

-Πάτρικ Γιούιν – Ντέιβιντ Ρόμπινσον

«Γιούιν».

-Ντράζεν Πέτροβιτς – Μάικλ Τζόρνταν

«Ο Τζόρνταν ήταν καλύτερος παίκτης».

-Χακίμ Ολάζουον – Σακίλ Ο’ Νιλ

«Δύσκολο, αλλά θα πω Χακίμ».

-Καρλ Μαλόουν – Τσαρλς Μπάρκλεϊ

«Μπάρκλεϊ».

-Ολυμπιακός – Παναθηναϊκός

«(γελάει και δεν απαντάει πάλι)»…

-AC/DC – Scorpions

«AC/DC. Ξέρετε έχω παρακολουθήσει ζωντανά πάρα πολλούς σταρ και κορυφαίες μπάντες. Από την Μαντόνα και τους Ρόλινγκ Στόουνς, στην Τζένιφερ Λόπεζ, τον Φιλ Κόλινς, τους Aerosmith και τους AC/DC. Μακράν καλύτεροι απ’ όλους ήταν οι AC/DC και μετά απ’ αυτούς η… Τίνα Τάρνερ».

-Ροκ εν Ρολ – Χέβι Μέταλ

«Ροκ εν Ρολ, όχι Χέβι Μέταλ».

-Τώρα θα παίξουμε κάτι σαν… πινγκ πονγκ. Θα σου λέμε μία λέξη και εσύ θα μας απαντάς με αυτό που σου έρχεται συνειρμικά στο μυαλό. Την άποψή σου μέσα σε λίγες λέξεις. Ξεκινάμε; Λάρι Μπερντ…

«Ήταν ένας τεράστιος, εξαιρετικός, εξαιρετικότατος παίκτης. Ένας παίκτης πάνω στον οποίο μπορούσες να στηριχτείς, να πιστέψεις στο τελευταίο σουτ, ένας φοβερός σουτέρ αλλά και πασέρ. Μπορεί να μην ήταν ο πιο αθλητικός παίκτης, αλλά με τη σκληρή του δουλειά και την εξυπνάδα του μπορούσε να τους κερδίσει όλους…».

-Μάικλ Τζόρνταν

«G.O.A.T. Απλά ο καλύτερος όλων των εποχών».

-Μπόστον Σέλτικς

«Το πιο διάσημο franchise σε όλο τον κόσμο! Δεν χρειάζεται να πω πολλά»!

-ΝΒΑ

«Show Time»!

-Ευρωπαϊκό μπάσκετ

«Καλύτερο, για μένα. Πιο μπασκετικό μπάσκετ»…

-Πιο δύσκολος αντίπαλος στην καριέρα σου

«Ντέρικ Κόουλμαν».

-Τόνι Κούκοτς

«Είναι ο καλύτερος συμπαίκτης που είχα ποτέ. Αδερφός».

-Βλάντε Ντίβατς

«Είναι ένα μεγάλο παιδί! Ένα τεράστιο μπασκετικό μυαλό, επίσης».

-Σαμπόνις

«Ήταν απίστευτος, απλά απίστευτος. Λυπάμαι πολύ που τραυματίστηκε και δεν έφτασε πιθανότατα στο πραγματικό πικ της καριέρας του».

-Νικ Γκάλης

«Είναι ένας από τους καλύτερους παίκτες όλων των εποχών».

-Γιουγκοπλάστικα

«Η καλύτερη ομάδα όλων των εποχών»!

-Γιουγκοσλαβία. Η Εθνική ομάδα…

«Νομίζω ότι αν μέναμε ενωμένοι, θα κατακτούσαμε 15 πρωταθλήματα Ευρώπης στη σειρά»!

-Κροατία

«Η πιο όμορφη χώρα στον κόσμο».

-Μετά την Ελλάδα, ίσως…

«(γελάει) Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημά σας; Θα σας πω. Θα συγκρίνω τη δαλματική ακτή με τα νησιά στην Ελλάδα. Τα νησιά σας είναι αρκετά μακριά. Όταν ταξιδεύεις με πλοίο και έχει και κακό καιρό, τότε την πάτησες. Γενικά η απόσταση είναι μεγάλη για να πας πχ από την Κρήτη στη Σαντορίνη. Έχω ξεμείνει κάποτε στη Σαντορίνη για δύο μέρες, γιατί δεν υπήρχαν φέρρυ να μας πάνε στην Κρήτη. Αντιθέτως, στην Κροατία μπορείς να πας από το ένα νησί στο άλλο πανεύκολα»…

-Ναι, αλλά πρέπει να συμφωνήσεις σε κάτι. Το νερό στις δικές μας θάλασσες είναι καλύτερο. Στη Δαλματία όλα φαίνονται ειδυλλιακά από ψηλά, αλλά όταν μπαίνεις μέσα στη θάλασσα δεν είναι το ίδιο μαγικά όπως εδώ, στα νησιά μας.

«Εντάξει, είναι πολύ ωραία πάντως. Δεν είναι βρώμικα τα νερά κτλ».

-Σερβία

«Η Σερβία είναι γειτόνισσά μας και θα έπρεπε να είναι φίλη μας».

-Ολυμπιακός

«Τους αγαπώ. Ειλικρινά αγάπησα πολύ το πέρασμά μου από τον Πειραιά, πέρασα υπέροχα. Θα ήθελα να πω και ένα «γεια» στον κύριο Κόκκαλη. Ήταν πραγματικά ένας υπέροχος άνθρωπος και πρόεδρος».

-Παναθηναϊκός

«Λυπάμαι που έφυγε από τη ζωή ο κύριος Γιαννακόπουλος. Επίσης υπέροχος τύπος».

-Σπανούλης

«Ένας από τους καλύτερους Έλληνες παίκτες όλων των εποχών».

-Πρίντεζης… Ήταν πολύ νέος, όταν ήσουν εσύ στον Ολυμπιακό.

«Ήταν μωρό τότε, ναι! Πρέπει να ήταν 17 ετών. Προπονούταν μαζί μας. Βλέποντάς τον, όμως, να εξελίσσεται όλα αυτά τα χρόνια, με έκανε πολύ χαρούμενο».

-Ποιος παίκτης δεν πίστευες ποτέ ότι θα γίνει τόσο καλός, όσο τελικά έγινε, και σου έκανε μεγάλη εντύπωση η καριέρα και η βελτίωσή του;

«Ο Φώτσης… Όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό ήταν ένα πολύ αδύνατο παιδί και αδύναμο παιδί. Ήταν ψηλός και ταλαντούχος, ναι, αλλά με τέτοιο σώμα δεν περίμενα ποτέ ότι θα κάνει τέτοια καριέρα».

-Οι διαιτητές στον πέμπτο τελικό κόντρα στον Παναθηναϊκό, όταν χάσατε το πρωτάθλημα με τον Ολυμπιακό…

«Νομίζω ότι έκαναν τόσα πολλά λάθη και αυτά μας στοίχισαν το πρωτάθλημα… Αν θυμάμαι καλά, μου καταλόγισαν πέντε φορές βήματα και θεωρώ ειλικρινά ότι αν είχαμε κατακτήσει εκείνο το πρωτάθλημα, θα είχαμε γράψει ιστορία με τον Ολυμπιακό».

-Κόμπι Μπράιαντ

«Είναι πολύ λυπηρό. Στεναχωρήθηκα τόσο πολύ, όταν το έμαθα. Ήταν ένας εξαιρετικός παίκτης, τον σεβόμουν πολύ. Έπαιξα μία φορά απέναντί του, όταν ήταν ακόμη πολύ νέος. Ήταν ένας από τους καλύτερους στην ιστορία του ΝΒΑ».

-Λέικερς

«Σεβασμός. Είναι ένα τεράστιο franchise, όπως και οι Σέλτικς. Δεν μου αρέσουν, από τη στιγμή που είμαι Σέλτικς, αλλά τους σέβομαι απεριόριστα σαν ο πιο μεγάλος μου αντίπαλος».

-Πριν πας στο ΝΒΑ ποια ομάδα υποστήριζες;

«Κοιτάξτε, τότε δεν είχαμε πολλές πληροφορίες για το ΝΒΑ. Δεν υπήρχαν τόσα μέσα. Διαβάζαμε μία στο τόσο κάτι στις εφημερίδες και μερικές φορές τα νέα έμοιαζαν με επιστημονική φαντασία! Όταν οι Σέλτικς ήρθαν και μου είπανε να παίξω γι’ αυτούς, στην αρχή… απόρησα»!

-Είσαι, πάντως, ένας παίκτης που ενώνει κατά κάποιο τρόπο τον κόσμο, δεν τον διχάζει. Έπαιξες σε τόσες μεγάλες ομάδες, ακόμη και στους αιώνιους αντίπαλους Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, αλλά δεν θα βρεθεί ένας φίλαθλος να μιλήσει με άσχημα λόγια για σένα. Να πει τι κακός παίκτης ήσουν ή πόσο άσχημα έπαιξες εκεί κτλ κτλ. Όλοι σε αγάπησαν και ακόμη σε μνημονεύουν…

«Επιτρέψτε μου να σας πω την ιστορία της ζωής μου και τη φιλοσοφία μου με λίγα λόγια. Πολύ απλά. Η Γη είναι σχεδόν 4.5 δισεκατομμυρίων ετών και εμείς ζούμε περίπου 75-80 χρόνια. Είμαστε μόνο… θραύσματα δευτερολέπτων για τη Γη και ο κόσμος αυτός είναι όμορφος. Ο πλανήτης μας είναι πολύ όμορφος. Έχει βουνά, θάλασσες, νησιά, ωραίο φαγητό, τόσα πολλά ωραία πράγματα. Ποιος ο λόγος, λοιπόν, να κάνουμε εχθρούς, να μισεί ο ένας τον άλλον, να προκαλούμε πολέμους κτλ; Είναι ωραίο να κάνουμε και να έχουμε φίλους. Αν φτιάχνουμε εχθρούς γύρω μας, τότε νομοτελειακά θα αρχίσουν και αυτοί να μας μισούν ή να μας επιτίθενται. Κι εγώ έκανα πολλούς φίλους. Πριν από τα παιχνίδια ή κατά τη διάρκεια αυτών, μπορεί να μη μιλούσα στους αντιπάλους μου, μετά το σφύριγμα της λήξης, όμως, έδινα το χέρι μου, ήμουν φίλος τους, έδειχνα σεβασμό. Σας το είπα και πριν. Δεν με νοιάζει αν ο άλλος είναι Έλληνας, Ιταλός, Σέρβος, Σλοβένος, Αμερικάνος, Σέλτικς, Λέικερς κοκ. Μόνο αν είναι καλός άνθρωπος. Μιλάμε τόση ώρα, αλλά περνάμε καλά και μου αρέσει πάρα πολύ η κουβέντα μας. Θα μπορούσα να σας μιλάω για ώρες. Και για εφτά ώρες ακόμη… Αν οι ερωτήσεις σας ήταν περίεργες ή αν δεν μου αρέσατε σαν άνθρωποι, θα μπορούσα να βρω ένα σωρό δικαιολογίες για να σταματήσουμε. Περνάμε ωραία και μου αρέσει που μεταδίδουμε και θετικά μηνύματα. Έχουμε καλή και θετική ενέργεια. Ξέρετε, η ζωή δεν είναι μεγάλη και πρέπει να τη διασκεδάζουμε. Να μην ξοδεύουμε το χρόνο μας στον αρνητισμό. Δυστυχώς σπαταλάμε τόσα πολλά χρήματα στη βιομηχανία όπλων ή στην καταπολέμηση αυτών των γαμ….ων ιών, αντί να προσπαθούμε να νικήσουμε τη φτώχεια και να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που πεινάνε. Μπορεί να ακούγομαι ρομαντικός, αλλά έτσι είμαι».

-Συμφωνούμε 1000% μαζί σου. Είμαστε απλά ταξιδιώτες σε αυτό τον κόσμο και συλλέγουμε εμπειρίες.

«Εμείς είμαστε οι ιοί… Ο ιός της Γης είναι ο άνθρωπος»!

-Ας μιλήσουμε και λίγο για το μέλλον… Ποιο είναι κατά τη γνώμη σου το μεγαλύτερο ταλέντο του κροατικού μπάσκετ; Ποιος είναι ο επόμενος Αντετοκούνμπο, Πέτροβιτς, Κούκοτς, Ράτζα, Ντόνσιτς της Κροατίας; Γνωρίζεις όλα τα παιδιά καλά, μιας που έχεις έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην ομοσπονδία μπάσκετ της χώρας σου.

«Ο Ρόκο Πρκάτσιν, ο γιος του Νίκολα. Αυτός είναι αναμφίβολα το μεγαλύτερο ταλέντο στην Κροατία. Έχει τεράστιες δυνατότητες και πιστεύω ότι θα είναι για πολλά χρόνια ο ακρογωνιαίος λίθος της Εθνικής μας ομάδας».

-Τι λες για τα παιδιά σου; Για τους γιους σου…

«Ο μεγαλύτερός μου γιος σπουδάζει στις ΗΠΑ, δεν ασχολείται τόσο πολύ με το μπάσκετ. Έπαιξε για τρία χρόνια, αλλά ασχολείται με τη σχεδίαση και τους υπολογιστές. Ο άλλος μου γιος παίζει πολύ μπάσκετ, είναι 17 ετών και θα τον συμβούλευα να αγωνιστεί στην Ελλάδα. Θα ήθελα πολύ να έρθει και να παίξει εκεί. Είναι ένα παιδί που θα λάτρευαν οι οπαδοί. Είναι 2 μέτρα και δεν φοβάται πραγματικά τίποτα. Παίζει με την καρδιά του. Δεν είναι το μεγαλύτερο ταλέντο, όμως παίζει με ψυχή και είναι πολύ δυνατός. Είναι πιο δυνατός κι από μένα! Όταν παίζουμε αντίπαλοι, προσπαθώ να αποφεύγω τις επαφές μαζί του…! Και ο μικρότερος γιος είναι μόλις 12 ετών, αλλά έχει τρέλα με το ποδόσφαιρο. Θα δούμε».

-Εντάξει, αυτός μπορεί να γίνει ο νέος Ζβόνιμιρ Μπόμπαν!

«Μακάρι. Θα δούμε. Το σίγουρο είναι ότι θα γίνει… τεράστιος. Θα είναι ψηλός. Πώς τον έλεγαν εκείνον τον Τσέχο;».

-Τον Γιαν Κόλερ εννοείς.

«Ακριβώς (γελάει). Είναι 12 ετών και φοράει 45 νούμερο παπούτσι»!

-Πάμε να παίξουμε άλλο ένα γύρο «πινγκ πονγκ». Μπορείς να μας πεις ένα ελληνικό φαγητό που σου έρχεται στο μυαλό;

«Τζατζίκι»!

-Μια ελληνική λέξη;

«Θα πω δύο λέξεις. Τις πρώτες δύο λέξεις που έμαθα όταν ήρθα στην Ελλάδα. Αύριο και Δευτέρα…! Ρωτούσα, για παράδειγμα, πότε θα το λύσουμε αυτό το θέμα και μου απαντούσαν συνέχεια είτε αύριο, είτε τη Δευτέρα»!

-Ένα ελληνικό τραγούδι;

«Ζορμπάς».

-Έναν Έλληνα τραγουδιστή ή μια Ελληνίδα τραγουδίστρια;

«Άννα Βίσση»!

-Θυμήσου μαζί μας ένα σύνθημα των Ελλήνων οπαδών…

«Άντε γαμ…, άντε γαμ… Σούμποτιτς (γελάει)»!!!

-Ξέρεις, όταν ήταν να έρθει στη Θεσσαλονίκη για να παίξει μπάσκετ ο Λευτέρης -για εμάς Λευτέρης από τον… Πειραιά!- Σούμποτιτς, οι εφημερίδες περιέγραφαν έναν παίκτη ύψους 2.12μ., μάλλον σέντερ, κάτι σαν έναν νέο… Καρίμ-Αμπντούλ Τζαμπάρ, επειδή ο Άρης έψαχνε τότε για ψηλό! Αντιθέτως, είδαμε έναν απίστευτο σουτέρ τριών πόντων, ο οποίος ούτε σέντερ ήταν, ούτε 2.12μ.! Ήταν κάτι σαν αστικός θρύλος και επειδή δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα, δεν γνωρίζαμε τι θα δούμε και εντέλει εκπλαγήκαμε…

«Ο Λευτέρης είναι ένας καταπληκτικός άνθρωπος και από τους καλύτερούς μου φίλους. Μιλάμε και βρισκόμαστε συνέχεια. Επιπλέον είναι και ένας εξαιρετικός προπονητής και είναι κρίμα που δεν βρίσκεται σε πάγκο ομάδας της Ευρωλίγκας. Το αξίζει. Πέτυχε όπου και αν δούλεψε και αγαπήθηκε από τον κόσμο».

-Συνεχίζουμε. Αγαπημένη τηλεοπτική σειρά.

«Τα Φιλαράκια».

-Αγαπημένη ταινία.

«Ο Νονός».

-Αγαπημένος ηθοποιός.

«Αλ Πατσίνο».

-Αγαπημένο μουσικό συγκρότημα.

«AC/DC».

-Ποιο είναι το μότο που σε αντιπροσωπεύει. Το γνωμικό που πάντα επικαλείσαι…

«Είναι δύο. Το πρώτο ότι η επανάληψη είναι η μητέρα της μαθήσεως και το δεύτερο ότι δεν μπορείς να αποφύγεις την κρίση του καθρέπτη, δεν μπορείς να πεις ψέματα στον καθρέπτη»…

-Ελληνική φιλοσοφία;

«Η ελληνική φιλοσοφία είναι η φιλοσοφία του πώς να δουλεύεις λιγότερο για περισσότερα χρήματα, πίνοντας κρύο καφέ κάτω από τον ελληνικό ήλιο (γελάει)».

-Ωραία, αυτή ίσως να είναι η σύγχρονη ελληνική φιλοσοφία. Πάμε στην αρχαία ελληνική; Δεν έπιναν και καφέ οι αρχαίοι Έλληνες!

«Η ελληνική ιστορία είναι απίστευτη, είναι εκπληκτική. Όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα δεν ήξερα πολλά. Ζώντας, όμως, στην Αθήνα και βλέποντας όλα αυτά τα μνημεία, έμαθα πολλά και ένιωσα αυτό το μεγαλείο».

-Μέγας Αλέξανδρος…

«Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτόν»!

-Εντάξει, ούτε εκείνος ξέρει ή θα ήξερε ενδεχομένως πολλά για σένα!

«(γελάει) Σίγουρα, ναι. Κοιτάξτε, δεν μπορούμε να ξέρουμε πολλά για τόσο παλιά γεγονότα και ιστορικά πρόσωπα. Μπορούμε να γνωρίζουμε περισσότερα για την πρώτη φωτογραφική μηχανή ή τον πρώτο κινηματογράφο, για τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, όχι όμως και για τους δεινόσαυρους ή για τον Μέγα Αλέξανδρο, για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, για τον Τζέγκις Χαν, για το πώς φτιάχτηκαν οι Πυραμίδες κτλ. Μου αρέσει να διαβάζω ιστορία, να μελετάω, αλλά δεν μπορώ να εκφέρω πραγματικά άποψη για τόσο σπουδαία γεγονότα ή προσωπικότητες. Θαυμάζω, πάντως, την ελληνική ιστορία. Τον Μέγα Αλέξανδρο, τον Αχιλλέα, τον Τρωϊκό Πόλεμο, όλα. Μου έκανε απίστευτη εντύπωση ο Παρθενώνας από κοντά και αναρωτιόμουν πώς μπορεί να φτιάχτηκε με τέτοια αρτιότητα χωρίς τα σημερινά τεχνολογικά μέσα και εργαλεία».

-Μόλις μας έστειλε μήνυμα η σύζυγός σου, Βικτόρια, ζητώντας μας να σε ρωτήσουμε για τον Αριστοτέλη…!

«Μεγάλο μυαλό, σπουδαίος φιλόσοφος. Σοβαρός στοχαστής (γελάει)».

-Ντίνο, παρόλο που δεν έπαιξες ποτέ στους Λέικερς, θα ήθελα να ξέρεις ότι στα παιδικοεφηβικά μου χρόνια τη φόρεσες και αυτή τη φανέλα! Όταν έπαιζα NBA Live στα μέσα της δεκαετίας του 90, επέλεγα τους Λέικερς. Στις μετεγγραφές αποκτούσα πάντοτε τρεις παίκτες. Τον Ντέιβιντ Ρόμπινσον, εσένα και τον Γερμανό, τον Ντέτλεφ Σρεμπφ! Οπότε για μένα υπήρξες και… Λέικερ!

«(γελάει) ξέρεις, υπήρξε σοβαρή πιθανότητα κάποτε να φορέσω τη φανέλα των Λέικερς! Αφού έφυγα από τους Σέλτικς για να έρθω στην Ευρώπη, μίλησα μαζί τους για να τους ενισχύσω στα πλέι οφ… Αν θυμάμαι καλά ήταν το 2000. Με ήθελαν στο Λος Άντζελες. Ήμουν, όμως, αρκετά μεγάλος ηλικιακά γι’ αυτά τα σκατά! Δεν ήθελα να πάω εκεί χωρίς να μπορώ να είμαι από τους καλύτερους παίκτες του ΝΒΑ. Ήθελα πάντοτε να κερδίζω και να είμαι στους κορυφαίους. Δεν ήθελα να κερδίζει κάποιος άλλος τα παιχνίδια για μένα…».

 

*Η συνέντευξη έγινε στο εστιατόριο God’s Restaurant

-> Facebook

-> Ιnstagram

 

*Rock Hard Greece

-> Facebook

-> Instagram

 

Exit mobile version