O Κυριάκος Μητσοτάκης παραβλέπει τις ανθελληνικές δράσεις των δύο χωρών, και... αγωνιά για την ένταξη τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

O Κυριάκος Μητσοτάκης παραβλέπει τις ανθελληνικές δράσεις των δύο χωρών, και... αγωνιά για την ένταξη τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Για την… ευρωπαϊκή προοπτική δυο χωρών που στέκονται εχθρικά προς την Ελλάδα, ανησυχεί ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, που με εκτενές άρθρο του στο Politico, ζητά την ένταξη των Σκοπίων και της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ένα άρθρο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εφόσον γράφτηκε πριν την σημερινή Σύνοδο Κορυφής Διαδικασίας Συνεργασίας Νοτιοανατολικής Ευρώπης στη Θεσσαλονίκη.

Το… περίεργο και μάλλον βεβιασμένο σκεπτικό του Κυριάκου Μητσοτάκη, βασίζεται στο ότι με την ένταξη των δύο χωρών, επιθυμεί να προλάβει την παρείσφρηση εξωτερικών «εχθρικών παραγόντων» στα Βαλκάνια. Ουσιαστικά αναφέρεται στην δράση επιρροής της Τουρκίας, χωρίς όμως να κατονομάζει τη γειτονική χώρα σε ένα κείμενο που υπερβαίνει τις χίλιες λέξεις.

Το ζήτημα είναι πως μια τέτοια θέση κρίνεται εξόχως προβληματική, εφόσον με τις δύο συγκεκριμένες χώρες, η Ελλάδα έχει ανοιχτές κάποιες πολύ σοβαρές διαφορές σε εθνικά θέματα. Και με την στάση του, ο πρωθυπουργός είναι σαν να προκαταβάλει ένα άτυπο «συγχωροχάρτι» στις αξιώσεις και τις επιδιώξεις των Σκοπίων και της Αλβανίας.

Σκόπια και Αλβανία ακολουθούν «βίους παράλληλους»

Τα Σκόπια συνεχίζουν να λανσάρουν παντού το όνομα Μακεδονία (σκέτο), και ουσιαστικά δεν έχουν εφαρμόσει ούτε καν την κατάπτυστη Συμφωνία των Πρεσπών. Ενδεικτικά, το σύμβολο της Βεργίνας δεν έχει αφαιρεθεί από όλα τα δημόσια κτίρια και τις δημόσιες χρήσεις, το λεγόμενο «Μουσείο του Μακεδονικού Αγώνα» παραμένει γεμάτο με χάρτες της αποκαλούμενης «Μεγάλης Μακεδονίας», οι ιστοσελίδες των κρατικών θεσμών σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν υιοθετήσει τον όνομα «Βόρεια Μακεδονία», ενώ σε διεθνείς εκθέσεις λανσάρεται κατά κόρον το «Μακεδονία» και «Μακεδονικός».

Και ακόμα χειρότερα, έχουμε μπροστά μας ένα πιθανό σενάριο επιστροφής των εθνικιστών του VMRO στην εξουσία, του οποίου ο αρχηγός δηλώνει ξεκάθαρα πως δεν πρόκειται ποτέ να δεχθεί το «Βόρεια» δίπλα στο «Μακεδονία». Επομένως ακόμα και η κατάπτυστη συμφωνία που νομιμοποίησε μια ειδεχθή παραχάραξη της ιστορίας, ενδέχεται να γίνει «κουρελόχαρτο» σε μια χώρα που ίσως βρεθεί στην Ε.Ε., σύμφωνα με την επιθυμία του Κυριάκου Μητσοτάκη!

Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν και με τις Ελληνοαλβανικές σχέσεις, με μια Αλβανία να πραγματοποιεί συστηματικά έναν άτυπο διωγμό στην ελληνική μειονότητα της Βόρειας Ηπείρου, να προωθεί κι εκείνη με τη σειρά της μια προπαγανδιστική παραχάραξη της ιστορίας, και να διεκδικεί αποζημιώσεις για τις περιουσίες των Τσάμηδων, για το ανυπόστατο ζήτημα της Τσαμουριάς.

Με το μέτωπο αυτών των ανθελληνικών επιδιώξεων να παραμένει ορθάνοιχτο, ο Έλληνας πρωθυπουργός βιάζεται να φέρει όλες τις διεκδικήσεις των γειτονικών χωρών, υπό την αιγίδα της Ε.Ε., δίνοντας τους ακόμα περισσότερο «κύρος» και υπόσταση, αφού Αλβανία και Σκόπια θα αποκτήσουν μεγαλύτερο ειδικό βάρος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι!

Εκτός από επικίνδυνη στρατηγική, μοιάζει και εντελώς παράλογη, διότι ουσιαστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης  ζητάει την ένταξη των δύο χωρών για να δημιουργηθεί ανάχωμα στον αναθεωρητισμό της Τουρκίας, εισάγοντας στην Ευρώπη τον… αναθεωρητισμό των Σκοπίων και της Αλβανίας!

Από την εποχή που η χώρα μας έθετε βέτο στην Ευρώπη για να εγκαταλείψουν χώρες τις εθνικιστικές ψευδαισθήσεις τους, φτάσαμε σε καιρό που Έλληνας πρωθυπουργός παίζει τον ρόλο… προξενητή, για την ένταξη δύο – εχθρικά διακείμενων προς την Ελλάδα – χωρών, στην ΕΕ.

Η έμμεση πλην σαφής αναφορά του πρωθυπουργού στην Τουρκία:

«Στα Βαλκάνια, όπως και παντού, υπάρχουν εχθρικοί παράγοντες που επιδιώκουν την υπονόμευση των προσπαθειών μας. Έχουν μια ανταγωνιστική αντίληψη για τον κόσμο και επιδιώξεις που ποδοπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, το κράτος δικαίου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Χρησιμοποιούν τη γλώσσα της μνησικακίας, του αναθεωρητισμού και της αυτοκρατορικής νοσταλγίας. Νομίζουν πως μπορούν να συνθλίψουν το ανθρώπινο πνεύμα, με τον εκφοβισμό και την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να δημιουργηθεί ένα κενό εντός του οποίου θα βρουν χώρο να λειτουργήσουν τέτοιοι παράγοντες. Έναν χώρο όπου νομίζουν ότι μπορούν να πετύχουν».